Το χώμα.

Το χώμα μύρισα, το φίλησα, γεύτηκα τις φωνές του στη σκέψη μου

Ευγνώμων καθώς ήμουν, μοιράστηκα μαζί του τη γλώσσα μου, τις σκέψεις μου, τις θείες επικλήσεις μου

Μα να σου που σηκώθηκα, το πάτησα, απομακρύνθηκα από τη μήτρα της φύσης που με έθρεψε

Ήμουν ψηλά, δεν ήταν πια φρέσκο, η απόσταση φάνηκε αλλιώτικη, το ρώτησα ένα μεγάλο ΓΙΑΤΙ.

Δεν ήταν πια το ίδιο ή αυτό που με μεγάλωσαν να ξέρω, άνυδρο, ξερό, φερμένο από αλλού λες και ήταν

Κοίταξα τον ήλιο, φωτεινός και ισχυρός με καλούσε κοντά του, η φωνή του κατέκλυσε το είναι μου

Ήξερα για θάλασσες και φουρτούνες μόνο που ποτέ δεν είχα δει, το χώμα φτιαγμένο από πέτρα πια το ζητούσε

Το μπλε τ’ ουρανού προσπάθησα να αγγίξω, να το γυρίσω ανάποδα, να γίνει το χώμα ύδωρ

Στις μύτες σηκώθηκα για να το φτάσω μα φοβήθηκα μήπως πέσω και στα σκληρά χτυπήσω

Εκεί που κάποτε τα μαλλιά μου χάιδευε κι έλεγε να κάτσω πλάι του σε μαξιλάρια πράσινα και εύφορα

Και να που έπεσα, με το κεφάλι πληγωμένο, οι φωνές ξεθυμιασμένες ακόμα, με καλούσαν με λέξεις ίδιες

Όμως σηκώθηκα, το αίμα σκούπισα, τον ήλιο κοίταξα κι ήταν ο ίδιος που με κυρίευσε

Εκείνος έγειρε και λίγη δροσιά με τη σκιά του μου πρόσφερε και με νερό την πληγή μου καθάρισε

Το χώμα κάλυψε, το λαιμό μου άγγιξε, μα εγώ είχα σηκωθεί ξανά και το νερό σωτήρας σαν φαινόταν, απ’ την πληγή μου αντάλλαγμα έλεγε πως ζητούσε

Η δίψα μου πάλευε με τις φουρτούνες, μαινόμενες δεν με άφηναν να πιω, σηκώθηκα στις μύτες κι έλεγα να βγω απ’ το αδιέξοδο

Τη φωτεινή πύρινη σφαίρα ίσα που την διέκρινες, ο πνιγμός μου δεν θα με έστελνε εκεί που οι Θεοί πιστεύουν

Σειρήνες μου έταζαν πως το νερό θα έπιναν γλυκά,  μ’ ένα κατεστραμμένο έδαφος, πνιγμένο, νεκρό, αφυδατωμένο

Μα τη ζωή μου θα σωζα με μόνο τίμημα τη συννεφιά, την αχνοδιάκριτη μορφή του ήλιου.

Κι εγώ αρνήθηκα ελπίζοντας σ’ ένα ουρανό που σε τυφλώνει, σε ματώνει, παραμένοντας σε μια αναμονή φωτός

Το νερό απόμεινε σαστισμένο, δίχως τις φουρτούνες του, να απορεί για το λόγο της ύπαρξής του

Μόνο του σαν έμεινε, στον ουρανό επέστρεψε.

Κι ο ήλιος βγήκε πάλι, στην σφαιρική του εκδοχή, εκτεθειμένος.

Ο κύριος Παραλαμάς ανοίγει την καρδιά του και μας λέει για το δημιούργημά του:

“Το ποίημα θα το χαρακτήριζα όχι ως ποίημα αλλά ως συναίσθημα και μάλιστα παρθενικό. Ένιωσα πως μόνο πως μέσα από εικόνες που χαρακτηρίζονται για την παρθενικότητά τους θα μπορούσα να αποδώσω αυτό που με είχε γεμίσει απροσδόκητα εκείνο το βράδυ. Αποφεύγω τον χαρακτηρισμό ποίημα αλλά συναίσθημα. Λέξεις μπλεγμένες μεταξύ τους αποτελούν ένα και μόνο συναίσθημα που βρίσκει έδαφος σε πρωτογενείς στοιχεία που συνθέτουν τον κύκλο της ζωής. Τον περιγράφουν από την αρχή έως το τέλος, απόλυτα, αμείλικτα, ξεκάθαρα. Έτσι αντιλήφθηκα το παρόν μου, το παρόν όσων υποφέρουν, όσων έχουν χάσει το δρόμο τους. Απομακρυσμένος από τη Φύση, ένιωσα να επανέλθω σε αυτή, συνδέοντας την πραγματικότητά της με την πραγματικότητα των ονείρων και των ελπίδων μας. Να ευχαριστήσω τον Κώστα Θερμογιάννη για την ευκαιρία αυτή και καλή συνέχεια στην εξαιρετική προσπάθεια όλης της ομάδας που αγαπάει να νιώθει και να εκφράζεται.”

Ο Στέλιος Παρλαμάς γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης και είναι μεταπτυχιακός φοιτητής στον τομέα της Τουρκολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Διατηρεί χρονολόγιο στο facebook (https://www.facebook.com/stelios.parlamas) και το ιστολόγιο Μαβιά Κουφεταρία.