Φωτογραφία: Άννα Ρουμελιώτη

Φύτεψα κάποτε στο περιθώριο
δύο σπόρους ηλίανθο
“πόσο το αγαπώ το καλοκαίρι”, είπα
κι ύστερα έσβησα μέσα στα κύματα
και στην πελώρια αγκαλιά της.
Κι εκείνη με ανέστησε
και μου έδωσε καινούρια πνοή
με έκανε άνεμο και βροχή θαλασσινή
με έστειλε δάκρυ λυτρωτικό
στάλες ζωής να στάξω στου κάμπου τον παλμό.
Κι ήταν το καλοκαίρι εκείνο ανθισμένο και χρυσό
ανέδυε η γη τραγούδια της χαράς
τα χέρια των ανθρώπων ενώθηκαν
και γύρεψαν τον δρόμο της καρδιάς.
Ήσυχη τώρα θα φύγω για τον ουρανό
σύννεφο σε σύννεφο
δίνω το χέρι στον καιρό
κι απ΄της καρδιάς μου τη σοδειά
δυο ηλίανθους του χαρίζω
και το όνειρο για συντροφιά.

Α.Ρ.


Μάζεψα μες τις χούφτες μου νερό
πότισα τα βλαστάρια της καρδιάς μας.
Του ήλιου τα λουλούδια σαν φορώ,
θαρρώ στα χέρια πως κρατώ
καρπούς της συντροφιάς μας.
Μαζί στολίζαμε μ’ αχτίδες τα μαλλιά μας,
στα παραμύθια βάλαμε ψυχή κι αλμύρα
δροσιά αέρα και ζωή στα όνειρά μας
καλοκαιριού ανάσες που μαζί σου μόνο πήρα.
Γι’ αυτό μη φύγεις τώρα! Μη χαθείς.
Μη γίνεις σύννεφο χωρίς βροχής σημάδι.
Να μείνεις δίπλα μου για πάντα εσύ μπορείς.
Μην πλανευτείς απ’ τον καιρό! Μη σκορπιστείς σαν χάδι!
Δωσ’ μου το χέρι και να δεις, σαν βγούμε για το δρόμο
χρυσούς ανθούς θα στρώσουμε απ’ τη μικρή σοδειά μας.
Με συντροφιά το όνειρο και σύμμαχο τον χρόνο
θα ταξιδέψει η ψυχή πέρα κι απ’ την καρδιά μας.

Σ.Ν.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!