Υγρό βλέμμα

4.05.2020

Η Μιρέλλα, μοιραία γυναίκα, με διάθεση ανάλαφρη μα και βαθιά ερωτική, ξεπρόβαλε πρώτη φορά απ` το ατελιέ του ζωγράφου Ιόλαου, έπειτα από αμέτρητα χρόνια εγκλεισμού, με στόχο να σαγηνεύσει. Επιμελώς πακεταρισμένη, από τον Ρωμανό, γιο του ζωγράφου, ανέβηκε στο φορτηγάκι και μεταφέρθηκε με ασφάλεια στο εκθεσιακό συγκρότημα. Ξεφορτώθηκε εν συνεχεία τα γκρίζα πέπλα του αμπαλάζ της και στήθηκε πάλι στο καβαλέτο της, καταμεσής της αίθουσας, με πλήρη συναίσθηση της γοητείας της.

Όχι, δεν ήταν το θεσπέσιο μπούστο που τραβούσε σαν μαγνήτης τα όμματα των υπεράριθμων επισκεπτών της έκθεσης, ανεξαρτήτου ηλικίας και φύλου, ούτε τα ημίγυμνα καλλίγραμμα πόδια της. Ούτε αλήθεια το αργό νωχελικό της βάδισμα, που σου άφηνε την αίσθηση ότι μόνο μια τόση δα μικρή δρασκελιά τη χώριζε από σένα, μήτε το υπέροχο λίκνισμα των γοφών, το αέρινο φόρεμά της που… θρόιζε ολοζώντανο σε κάθε βηματισμό… Ούτε καν τα μισάνοιχτα γεμάτα υποσχέσεις χείλη της. Όλη η λαγνεία και ο ερωτισμός παιζόταν στο υγρό της βλέμμα. Βλέμμα, άμεσο, στραμμένο καταπάνω σε κάθε αρσενικό που με έξαψη και άκρατο θαυμασμό την ατένιζε. Η Μιρέλλα, αν και βουβή, βοούσε, άχνιζε, εξέπεμπε τόση σεξουαλικότητα που σου έκοβε την ανάσα.

Ένας άντρας την φιλοτέχνησε, πριν από τριάντα τρία χρόνια, και ενσάρκωνε ξεκάθαρα τον πόθο του. Ο Ιόλαος, πενήντα χρόνων τότε, κακοφτιαγμένος και εκκεντρικός, εντυπωσίαζε στους καλλιτεχνικούς κύκλους κυρίως με την ασχήμια και την άξεστη συμπεριφορά του. Με την υπερβολή και την αναλγησία του. Αν και παντρεμένος δύο φορές παρέμεινε σε όλη τη ζωή του ανέραστος. Καμία γυναίκα δεν ερωτεύθηκε εκείνον, για την προσωπικότητα και την ολότητά του, παρά μόνο για την φήμη και το ταλέντο του. Για το πορτρέτο που θα της έφτιαχνε, οδηγώντας τη από την κοινή θνητή ζωή της στην αθανασία και την αιωνιότητα.

Η Μιρέλλα, από τα πλέον τυχερά μοντέλα του σε βάθος χρόνου, αποτελούσε έναν θρίαμβο για την τέχνη του. Καμιά άλλη δε ζωγράφισε σαν αυτή, με όλες του τις αισθήσεις, διακατεχόμενος από τόσα, αντικρουόμενα, σαρωτικά συναισθήματα. Η Μιρέλλα έχοντας πλήρη συναίσθηση της επιρροής της επάνω του, τον περιέπαιζε και τον μάγευε. Ήταν η μόνη που τον αντιμετώπισε χωρίς κανένα δέος. Τον σαγήνευε και παράλληλα τον εξαγρίωνε. Δεν του έκανε το χατίρι, δεν υπέκυψε στην ματαιοδοξία της ομορφιάς της, δεν ξεγυμνώθηκε, χάριν της τέχνης, εμπρός του. Τον άφησε να λιώνει και να τη φαντάζεται. Να ιδρώνει, να βασανίζεται αλλά και να ελπίζει πως θα την κατακτήσει. Τον κοιτούσε εξουσιαστικά και τον καθιστούσε ένα άβουλο ταπεινό ανθρωπάριο. Μια χάντρα κομπολογιού, στα θαυμάσια ακροδάχτυλά της.

Η προσωπογραφία της ήταν η τελευταία του εικαστική πινελιά. Έκτοτε, απομονώθηκε, έβρασε στο ζουμί του. Όταν συνειδητοποίησε τον εμπαιγμό της, την έδιωξε κακήν κακώς από το ατελιέ του. Σαν μαινόμενος ταύρος την έσυρε κυριολεκτικά έξω, βροντώντας την πόρτα πίσω του. Δεν την πλήρωσε ποτέ για την πόζα της, ούτε και της ξαναεπέτρεψε την είσοδο, πόσο μάλλον να δει το πορτρέτο της. Την τιμώρησε με τον χειρότερο τρόπο. Τριάντα χρόνια την κλείδωσε σε ένα σκοτεινό σεντούκι. Τα πρώτα τρία την είχε ριγμένη μπρούμυτα καταμεσής στο πάτωμα. Χίλιες φορές αποπειράθηκε να την ποδοπατήσει μα δεν το έπραξε. Κυριαρχούσε στο μεδούλι του. Τρομολαγνεία και πανικός τον κυρίευε κάθε φορά που έμπαινε στο ατελιέ. Τρία ολόκληρα χρόνια του πήρε να κοιτάξει ξανά, άφοβα, το υγρό της βλέμμα. Δεν την ξεπέρασε ποτέ. Πέθανε από ανακοπή τον περασμένο Σεπτέμβρη, μόνος, εγκαταλειμμένος κι από την δεύτερη σύζυγό του. Τον βρήκε ο γιος του Ρωμανός αυθημερόν, ευτυχώς, δεν τους διέσυραν οικογενειακώς οι εφημερίδες.

Την τρίτη μέρα της έκθεσης κι ενώ η Μιρέλλα, γλυκιά και θελκτική, μεσουρανούσε, και παίζονταν στοιχήματα για το ποιος θα την αποκτήσει, προσήλθε διακριτικά μια γυναικεία φιγούρα, στηριζόμενη σε μια αυτοσχέδια μαγκούρα από ξύλο αμπελιτσιάς. Κάτι της έλεγε πως τώρα πια θα ήταν ανοικτός ο δρόμος για την έκθεση του πίνακα δημόσια. Το μεγαλύτερο εμπόδιο, ο δημιουργός του, απεβίωσε επιτέλους. 

Τριάντα τρία ολόκληρα χρόνια η γυναίκα περνοδιάβαινε από έκθεση σε έκθεση, ψάχνοντας, αδημονώντας, να θαυμάσει την υπέροχη Μιρέλλα. Είχε έρθει η ώρα. Τα μάτια της έρρεαν προτού ακόμα το βλέμμα της σταθεί στο είδωλό της απέναντι, προτού καρφωθεί στο υγρό, μετενσαρκωμένο του πάθους, βλέμμα.

Τριάντα τρία χρόνια η ζωή της τραβούσε την κατιούσα, όδευε απ’ το κακό στο χειρότερο. Ο χρόνος ολέθριος και η κακοτυχία, πιθανόν η κατάρα του Ιόλαου, είχαν αφήσει τα χνάρια τους ανεξίτηλα πάνω της. Δεν κοιταζόταν πια σε καθρέφτη, η αυταρέσκεια ξεστράτισε, αγκαζέ με την υγεία της. Η μεσήλικη Μιρέλλα έπασχε από μια σπάνια ασθένεια ρευματοειδούς αρθρίτιδας, τίποτα στην σημερινή φιγούρα της δεν θύμιζε το πλάσμα του πίνακα. Είχε σκεβρώσει και σμικρυνθεί, τα άκρα της, στεγνά και παραμορφωμένα, κινούνταν με δυσκολία. Ζούσε μόνη μια που η επιπολαιότητα και ο ναρκισσισμός στα νιάτα της την οδήγησαν σε λάθος μονοπάτια. Τότε, φρόντιζε να ζει κυρίως κάτω από την προστασία πλουσίων, ποτέ δεν απέκτησε μια σταθερή απασχόληση, δεν της πήγαινε ο κάματος μιας συνηθισμένης εργασίας. Αποζητούσε και απολάμβανε μόνο τον έρωτα. Τότε! Τώρα, αφού κατρακύλησε σκαλί το σκαλί, περιμετρικά της πλατείας Βάθης, απ’ τη χλιδή στην ανέχεια, ζούσε, με το πενιχρό επίδομα της Πρόνοιας, σε ένα φτηνό υπόγειο δωμάτιο πίσω απ’ την, εν λόγω, πλατεία. Τώρα πια έψαχνε ψήγματα σε κάθε γωνιά, την υποψία αγάπης από όλα τα ζωντανά πλάσματα, γύρω της. 

Υπέροχα τη ζωγράφισε ο φλογερός Ιόλαος, απορούσε τώρα διπλά πώς τα κατάφερε. Το καλοκάμωτο σκαρί της ολόκληρο στο πανί μα εστίασε ανήμπορη, όπως όλοι, στο πρόσωπο. Εικόνα υπερεκτιμημένη εμπρός της, εκείνη ποτέ δεν τον περιέλουσε με αυτό το λάγνο αισθησιακό βλέμμα. Μονίμως τον περιέπαιζε. Δική του επινόηση, γέννημα της φαντασίας του, ήταν το τόσο λαμπρό αποτέλεσμα.

«Πόσο τιμάται αυτός ο πίνακας;» ρώτησε με δισταγμό και τρεμάμενη, απ’ την συγκίνηση φωνή, τον Ρωμανό που έδειχνε πανευτυχής και δικαιωμένος όταν της αποκάλυψε ένα ασύλληπτο, πέρα από κάθε προσδοκία, ποσό. Η γυναίκα ζούσε μια δεύτερη τραγωδία. Μια ψεύτικη εικόνα της κόστιζε τόσο ακριβά και η μόνη ουσιαστική τωρινή της ανθρώπινη κατάσταση ένα τίποτα. Κανείς δεν την αναγνώριζε στην κατάμεστη αίθουσα, όπου καλοντυμένοι και ευδιάθετοι άνθρωποι ανέβαζαν τον πήχη υψηλά, στης διανόησης την συναναστροφή. Με οίκτο μόνο έστρεψαν δυο τρεις εκεί μέσα στιγμιαία το βλέμμα τους πάνω της και αμέσως το αποτράβηξαν είτε με αποστροφή, είτε αδιάφορα. 

“Έλα να μάθεις στην πλατεία Βάθης, έλα να μάθεις τι ζωή περνώ…” σιγοψιθύρισε στην άγνωστη φιγούρα της, αντίκρυ. Στηρίχτηκε στη μαγκούρα και αξιοπρεπώς βιάστηκε να βαδίσει προς την έξοδο. Δεν είχε θέση εκεί όπου λάμβανε χώρα μία οφθαλμαπάτη. Εάν ο πίνακας διέθετε αποχρώσεις, έστω ελάχιστες, της αλλοτινής της υπεροψίας θα τον απολάμβανε και θα παραδεχόταν τον τερατόμορφο Ιόλαο. Όμως τίποτα δεν ήταν πάνω του αληθινό. Ειδικά εκείνο το βλέμμα, που έτσι υγρό τώρα πια το καθιστούσαν μόνο τα δάκρυα που ανεξέλεγκτα κατρακυλούσαν στα μάγουλά της, έπνιγαν το μεδούλι και την ψυχή της.

 

_

γράφει η Φωτεινή Αζαμοπούλου

Ημερολόγιο 2021 – Πρόσκληση

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Κέρδισέ το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Αποκοιμήθηκε η ανατολή

Αποκοιμήθηκε η ανατολή

Οι μέρες φεύγουν άβουλες, νωθρές κυλούν οι νύκτες  με ορχήστρα μοιάζει η ζωή που έχασε τον τόνο δίχως σκουριά σταμάτησαν το μέτρημα οι δείκτες στάθηκαν σαν να ‘ναι φιλί, μηδένισαν το χρόνο...     Αποκοιμήθηκε η ανατολή, αλάργεψε η δύση  σταμάτησε και η ψυχή δάκρυα να...

Πλάνη

Πλάνη

Ταξιδιώτη αέναε στο γνέψιμό μου αποκρίθηκες. Στης λήθης τ’ ακρογιάλι ξεκουράσου. Βότσαλα μικρά οι αναμνήσεις λαχταρούν την αλμύρα, στη σάρκα τους λουσμένη. Να γευτούν στα χείλη τον αφρό της ελπίδας και να μεθύσουν απ’ τα τσαλακωμένα βήματά σου. Η σιωπή σκεπάζει τη...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου