kefalas_17-6-16

«Πόσο μάταιο είναι να κάθεσαι να γράψεις, όταν δεν έχεις σηκωθεί να ζήσεις!»

Χ. Ντ. Θορώ (1817-62)

 

 

Πάντα νιώθω αμηχανία όταν προσπερνώ ένα υπόγειο και γι’ αυτό ασυναίσθητα επιταχύνω το βήμα. Για την ακρίβεια, πάντα νιώθω αμηχανία, όταν προσπερνώ ένα υπόγειο που κατοικείται, και γι’ αυτό δεν στέκω για ώρα μπρος στα χαμηλά παράθυρα. Δείγματα ζωής υπόγειας, φωνές, γνώριμες ελληνικές και άγνωστες εξωτικές, φως ανάμεσα από τις χαραμάδες κλειστών περσίδων, ένα επίμονο κλάμα μωρού, ένα αλύχτισμα σκύλου, μια έντονη συζήτηση και σπανιότερα γέλια, μου προκαλούν αμηχανία πάντα, σαν τα συναντώ στο διάβα μου. Τα υπόγεια δεν είναι για ανθρώπους, κι ας επιλέγουν κάποιοι (αλήθεια έχουν το δικαίωμα της επιλογής;) να βρουν σ’ αυτά καταφύγιο, να στήσουν ένα σπιτικό. Θα έπρεπε να απαγορευθούν αυτές οι κατά συνθήκη εστίες στα έγκατα των πολυκατοικιών. Το έρεβος, η υγρασία της γης δεν προσιδιάζει στην αξιοπρέπεια, στο μεγαλείο της ζωής. Μονάχα για αποθήκες θα έπρεπε να διατίθενται, όχι για στοίβαγμα ψυχών.

Σύγχρονες υπόσκαφες κατοικίες από μπετόν αρμέ, οι περισσότερες αδιάφορες, παραμελημένες μα κάποιες εξωραϊσμένες με όμορφες γλάστρες στο ταπεινό περβάζι και προστατευτικά κάγκελα με περίτεχνα κιγκλιδώματα, προσπαθούν να αντισταθούν στη βρομιά και τη σκόνη των πεζοδρομίων, να κλέψουν μια ματιά από τον βιαστικό περαστικό, να κερδίσουν μια θέση στον πάνω κόσμο. Λέξεις σκληρές, όπως ανάγκη, ανέχεια, πόνος, ξεχειλίζουν άθελα από τον λαβύρινθο της σκέψης, σαν τύχει να συναντηθεί το βλέμμα μου με εκείνων που κατοικούν υπό γης. Κι έπειτα έρχεται η ελπίδα, τελευταία, σαν πεταλούδα πετιέται από το κουτί της Πανδώρας κι αυτή. Τα υπόγεια έχουν ζωή… Τα υπόγεια στεγάζουν όνειρα κι ελπίδες.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!