Select Page

Φιλοσοφικές παρεμβάσεις, του Ανδρέα Αντωνίου [4]

Φιλοσοφικές παρεμβάσεις, του Ανδρέα Αντωνίου [4]

 

 

Κεφάλαιο 4

 

Ο θάνατος είναι ο απόλυτος μηδενιστής. Κάτω από το πρίσμα του, τα πάντα χάνουν κάθε νόημα και κάθε σημασία, ακόμη και τα πιο ειδεχθή εγκλήματα του ανθρώπινου γένους. Ακόμη και τα θύματα του Άουσβιτς ωχριούν, μπροστά στα 7 εκατομμύρια ανθρώπων που πεθαίνουν κάθε χρόνο από καρδιακή ανακοπή. Ένας και μόνο σεισμός ή μια έκρηξη ηφαιστείου μπορεί να θάψει όλους μας – γέρους, νέους και παιδιά - και τον πολιτισμό μας για πάντα κι εμείς θεωρούμε ένα τυχαίο δυστύχημα τραγωδία. Η ύπαρξη μας σε αυτόν τον κόσμο μοιάζει τόσο τυχαία και σκιώδης – μια έκφραση από τον Νίτσε – που η ιστορία μας ως είδος κι ως πλανήτης είναι κάτι λιγότερο από μια υποσημείωση σε μια πρόταση μιας σελίδας ενός τεράστιου κεφαλαίου, σε ένα τόμο ενός απειρότομου έργου, σε μια βιβλιοθήκη που κανείς δεν γνωρίζει τα όρια της και που κι αυτή κάποια μέρα θα καταστραφεί.

Αν κάποιος θέλει να φανταστεί την έννοια της αιωνιότητας ή της τελειότητας, δεν χρειάζεται να σκεφτεί τον θεό – όπως μας συμβουλεύει ο Ντεκάρτ. Το μόνο που χρειάζεται είναι να σκεφτεί, έστω φευγαλέα, πόσο αιώνια και τέλεια ομοιόμορφη είναι η λήθη που υφιστάμεθα πριν την γέννησή μας και μετά τον θάνατό μας.

Συνήθως σκεφτόμαστε πως η ζωή είναι καλή και πως ο θάνατος είναι η παραφωνία στον κόσμο. Πως είναι στη φύση της ζωής να είναι αιώνια και πως ο θάνατος είναι το «κακό» που έρχεται να διαταράξει την φύση του κόσμου. Όσο περισσότερο το σκέφτομαι τείνω προς το αντίθετο: Η λήθη, αυτή η παράξενη απουσία κάθε συνείδησης, αυτό το τεράστιο και στρογγυλό Μηδέν, ήταν, είναι και θα είναι η αρχική και η τελική κατάσταση του κόσμου. Όλοι προερχόμαστε από εκεί και όλοι καταλήγουμε εκεί. Το ενδιάμεσο μοιάζει να είναι η παραφωνία. Μέσα σε αυτή την ανυπαρξία, το Είναι ήρθε και διατάραξε την ηρεμία και την ησυχία του Μηδενός. Έκτοτε, αυτή η βλάβη, αυτή η δυσλειτουργία που εμείς αποκαλούμε ύπαρξη/Είναι/κόσμος προσπαθεί με κάθε δυνατό τρόπο να παρατείνει και να εμβαθύνει την υπόστασή της/του, πάντοτε με το ίδιο αποτέλεσμα: Ο θάνατος έρχεται και το καταστρέφει.

Παράταση και εμβάθυνση: Άλλοι προσπαθούν να ζήσουν περισσότερο αποφεύγοντας τις επιβλαβές εμπειρίες. Άλλοι ζουν με ένταση και σε βάθος τη ζωή τους, αλλά αυτό τους εξουθενώνει. Στο τέλος και οι δύο πεθαίνουν, ο ένας έχοντας ζήσει μια μακροχρόνια ζωή και ο άλλος μια έντονη.

Μέσα από το πρίσμα του θανάτου, τα πάντα χάνουν την σημασία τους και το νόημά τους. Η ιδέα πως όλα κάποτε τελειώνουν είναι ικανή να μας ωθήσει στον μηδενισμό, στην απαισιοδοξία και την παραίτηση. Κάποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει: «Δεν έχει σημασία ο θάνατος, αλλά ο χρόνος που μας δίνεται για να ζήσουμε». Η απάντηση είναι πως ούτως ή άλλως, ο θάνατος είναι αναπόφευκτος. Ας υποθέσουμε πως κάποιος γιατρός αφιερώνει την ζωή του στο να «σώζει ζωές». Τι περισσότερο έχει κάνει από το να παρατείνει την ήδη βραχέα παραμονή ενός ανθρώπου στον κόσμο; Οι θρησκείες κοκορεύονται πως ανασταίνουν νεκρούς, αλλά καμία δεν κατάφερε να κάνει κάποιον αθάνατο. Ακόμη κι ο Λάζαρος που αναστήθηκε πέθανε για δεύτερη φορά κι αν ανασταινόταν ξανά, θα το έκανε μόνο και μόνο για να πεθάνει πάλι λίγα χρόνια αργότερα.

Λέμε πως οι άνθρωποι δεν είναι αριθμοί. Όντως, αν δεις την μεγάλη εικόνα είμαστε κάτι λιγότερο από αριθμοί. Ακόμη κι ο Μέγας Αλέξανδρος με όλα του τα κατορθώματα, δεν θα αποφύγει την λήθη, μόλις εξαφανιστούμε. Τι να πούμε κι εμείς, που δεν θα μας θυμούνται ούτε τα δισέγγονά μας και δεν θα υπάρχει τίποτα που να δείχνει πως κάποτε περάσαμε κι εμείς από τον μάταιο τούτο κόσμο; Ακόμη και τα έργα μας – για τα οποία θυσιάζουμε τις ζωές μας – θα πεθάνουν και θα μοιάζουν σαν να μην τα είχαμε κάνει ποτέ.

Ο θάνατος, αυτός ο απαράβατος νόμος – ίσως ο μοναδικός απαράβατος νόμος – μας κάνει να αναλογιστούμε τα πράγματα στις πραγματικές τους, ελάχιστες διαστάσεις. Ποιος ο λόγος να κάνεις κάτι για τόσο μικρό χρονικό διάστημα, όταν μετά από «λιγοστές ανάσες της φύσης» θα μοιάζει σαν να μην έχει γίνει ποτέ; Ο θάνατος φανερώνει το απίστευτο μεγαλείο της ανθρώπινης ματαιότητας, που μέσα στην προσπάθειά της να επιβιώσει, εφηύρε την πιο απελπισμένη λύση που θα μπορούσε να σκεφτεί: Να δώσει στον κόσμο ένα «νόημα» την στιγμή που ο θάνατος δεν του αφήνει περιθώρια για κανένα.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ανδρέας Αντωνίου

Ο Ανδρέας Αντωνίου γεννήθηκε στις 12/01/1988 στη Θεσσαλονίκη και μένει μόνιμα στη Λευκωσία. Είναι υποψήφιος διδάκτωρ στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στη σχέση Λογοτεχνίας και Φιλοσοφίας. Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή με τίτλο «Ο Ποιητής και το Φεγγάρι» (εκδόσεις I-Write, 2012) και έχει δημοσιεύσει ποιήματά του σε λογοτεχνικά περιοδικά.

2 Σχόλια

  1. Matina Mardeli

    Το άρθρο σας διακρίνεται από έντονη απαισιοδοξία, καθόλου χρήσιμη για τη δύσκολη περίοδο που ζούμε. Δεν θα διαφωνήσω απόλυτα μαζί σας θυμίζοντας σας ομως πως “κάθε τέλος ακολουθειται από μια καινούργια αρχή”. Μήπως αυτό ισχύει και στην περίπτωση του θανάτου;!

    Απάντηση
    • Andreas Antoniou

      Χωρίς να θέλω να σας “σποιλάρω” την συνέχεια, θα έλεγα πως στόχος του βιβλίου είναι να υπερβεί την απαισιοδοξία. Το πρόβλημα όμως είναι πως, πριν υπερβούμε την απαισιοδοξία, πρέπει να βυθιστούμε μέσα της στον απόλυτο βαθμό. Για αυτό και όλες οι διατυπώσεις είναι τόσο υπερβολικές. Είναι ένα παρόμοιο εγχείρημα με το έργο του Νίτσε “Η Γέννηση της Τραγωδίας”, που έχει ως υπότιτλο “Ελληνισμός και Απαισιοδοξία”.

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!