Select Page

Φλεβάρης

Φλεβάρης

 

            Την ντύθηκε από νωρίς τη ζωή.Φορεσιά πολλά υποσχόμενη στα νιάτα της μα τώρα λες και τη ρουφάει το σώμα του. Έχει φυλακίσει τα χρώματά της στο πιο μακρινό του κύτταρο, με τα χρυσά της νήματα έχει κεντήσει σε μιαν άκρη τ’ όνομα της μάνας του και- για φαντάσου- την πρώτη του αγάπη φύλαξε δεμένη σ’ ένα κρόσσι εύθραυστο.

            Οι φλέβες του κουβαλάνε βαρύ φορτίο κάτω από τον άρρωστο αττικό ουρανό. Μα εκείνος πρέπει να δικαιώσει το όνομά του πάση θυσία· Zemar[1]. Να γίνει αρχηγός της αγέλης, βασιλιάς όπως του πρέπει. Μα ο βασιλιάς -προς το παρόν τουλάχιστον- λουφάζει.

            Παρόν· Φλεβάρης 2008, ξημερώματα, τρεις μέρες πριν το χιόνι απολαύσει την επαφή του με το αστικό τοπίο σε ένα μανιχαϊστικό παιχνίδι. Ο Zemar με τους υφασμάτινους θησαυρούς ισορροπεί στα τρύπια πάνινα παπούτσια του. Τιθασευμένος καθώς στέκεται στην ανθρώπινη ουρά της Πέτρου Ράλλη μια μελωδία ραμπάμπ[2] διαπερνά τ’ αυλάκια του μυαλού του. Οι χορδές του πάλλονται στο ρυθμό ενός ανεπιθύμητου λυγμού κάτω από την πολυεστερική adidasφόρμα του.

            Φτηνή απομίμηση και η ελπίδα του. Μα το κρύο και το αίμα του ελπίζουν ακόμα και συνωμοτούν· έχουν αλλάξει χρώμα στα άκρα του εδώ και ώρα. Έψαχναν κάποια απόχρωση να ταιριάξει στο ροζ. Είναι στην αναμονή καιρό να παραλάβει τούτη την κάρτα που δε βεβαιώνει τίποτα περισσότερο παρά -αλίμονο- μια ακόμα αναμονή γαντζωμένη στο μελάνι.

            Παρόν και κάτι λεπτά αργότερα η Άννα θα ξυπνήσει στο διαμέρισμά της. Έχει τη συνήθεια να αφήνει τις οπές από το παλιό ξύλινο παντζούρι να χάσκουν· καταπίνουν το πρώτο φως βοηθώντας τα οπτικά της νεύρα να προσαρμοστούν στο καπρίτσιο του πλανήτη.

            Καινούρια μέρα, έτοιμη να γίνει μάρτυρας στα ηδονικά καλέσματα -πόσα να ’ναι άραγε σήμερα;- αυτής της παλιάς γειτονιάς της Αθήνας. Η Άννα απέχει μόλις λίγα βήματα από τον πρώτο οίκο ανοχής με την ξύλινη πράσινη πόρτα και τα ξεχειλωμένα μπαλκόνια της οδού Μαγνησίας. Αποφασίζει να χουζουρέψει λίγο ακόμα στο πουπουλένιο της πάπλωμα. Σχεδιάζει τη μέρα της κάτω από το πόστερ του τελευταίου πανελλήνιου οδοντιατρικού συνεδρίου, ανάμεσα σε σκιές βιβλίων και τη μυρωδιά μιας ανθοδέσμης.

            Σούπερ μάρκετ, λογαριασμοί, δώρο, διπλωματική. Αργότερα φτιάχνοντας τον καφέ της θα θυμηθεί το όνειρό που είδε· αχανές τοπίο καλυμμένο με χιόνι παραβιάζεται από τα δερμάτινα μποτίνια της. “Να αλλάξεις σκηνοθέτη μωρό μου!” θα την πείραζε το απόγευμα ο Μάριος. Θα έκλεινε και κείνος τα είκοσι πέντε σε τρεις μέρες.

            Εβδομήντα δύο ώρες μετά και το χιόνι, κρυμμένο πίσω από την αθωότητα της λευκότητάς του, ματαιώνει τη ρουτίνα της Δευτέρας -τι περίεργο το ξεκίνημα να αγκομαχά ήδη αργοπορημένο! “Τα περισσότερα μέσα μεταφοράς είναι ακινητοποιημένα στα αμαξοστάσια λόγω του σφοδρού κύματος κακοκαιρίας”, μουρμουρίζει το πεντάλεπτο ραδιοφωνικό δελτίο. Παρόλα αυτά η Άννα βλέπει από την μπαλκονόπορτα το τρόλεϊ 6 να κινείται σα μέλισσα σε χωράφι με άσπρα γαρύφαλλα.

            Αναρωτιέται αν θα καταφέρει να κάνει έκπληξη στον αγαπημένο της ενώ λίγα μέτρα μακριά της ο Zemar, κουλουριασμένος στο ξεσκισμένο στρώμα του, κοιτά τη φωτογραφία του να σκαρφαλώνει στο μύλο του γραφειοκρατικού λούνα παρκ. Κάποιες ώρες μετά τα βλέμματά τους θα συναντιόνταν φευγαλέα σε λευκό φόντο.

 

γράφει η Βίκη Κοσμοπούλου

 

---

[1]     Λιοντάρι (αφγανικό όνομα)

[2]     Παραδοσιακό έγχορδο όργανο

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

1 σχόλιο

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος