Στο σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων…

Το σούρουπο ―της μέρας και της νύχτας των ορίων―

εγώ αυτή την ώρα καρτερώ.

Σκυφτοί διαβάτες ταξιδιάρικες ματιές

διασταυρωμένες πορείες σε παράλληλες ζωές

αποχωρισμοί, καλωσορίσματα, αγκαλιές

και μια φωνή να  λέει μέσα σου πρέπει να φύγεις.

 

Λέξεις που βγαίνουν απ’ τα χείλη μιας ψυχής

που όπου κι αν πήγε δεν την κράτησε κανείς.

Που πάντα έψαχνε την έξοδο να βρει

σε αφιλόξενους σταθμούς, φιγούρα βιαστική!

Αλλάζεις αποσκευές, αλλάζεις προορισμούς,

μα τα ίδια πάντα γύρω σου σε τόνους χαμηλούς

γκρίζα χαμογέλα γεμάτα δισταγμούς,

όσα σου πήρε η προσμονή τα θέλεις πίσω.

 

Κι αναλογίζεσαι αν φταις…

Που δεν παρέμεινες πιστός, το χθες να συνεχίσεις

κι όλο αλλάζεις διαδρομές κάποιες αδέσποτες σκιές

που στα όνειρα σου έρχονται, να θες να κυνηγήσεις.

Μα είναι πάλι αυτή η φωνή που σου μιλάει στη ψυχή

κι εδώ σε φέρνει: «Ένας ο στόχος, μια η αποστολή,

δεν έχει τέλος το ταξίδι κι η φυγή»… Για να αντέξεις!

Κάθε αναχώρηση και ενθουσιασμός

κάθε εισιτήριο  κι ένας μικρός θεό…Να τον πιστέψεις!