Λουτρό αγωνίας κυλά στο σώμα.
Ξυπνάει τους πόρους,
τους ανοίγει.
Μπρος στην αναμονή,
ανατέλλει βράχος ψυχρός.
Και τα πουλιά,
κρωξίματα εκτινάσσουν εκκωφαντικά.
Τη νύχτα αυτή
που οι ελπίδες έχουν πια τελειώσει,
πετάγονται απ’ τις κρυψώνες τους μορφές της προσμονής.
Γελούν σαρκαστικά,
σαν η μορφή τους διαγράφεται ισχνή,
παντοτινή
κι απείθαρχη.
Φόβος ατέλειωτος, μαραίνει τη γαλήνη.
Κυκλοφορεί ασπίδα απαντοχής,
που ανακλά του νου τις πιο μοιραίες πλάνες.
Και αποδέκτες εμείς.
Δημιουργοί των πιο περίεργων μορφών
που πάλι σ’ εμάς γυρνάνε.
Κι όλο γελάνε.
Γελάνε με τα χάλια μας,
που όσο κι αν τα ‘χουμε αντικρούσει,
πάλι δικά μας θα ‘ναι.
_
γράφει ο Αλέξιος Πολυχρονόπουλος








0 Σχόλια