γράφει η Βάλια Καραμάνου

Συχνά οι δολοφόνοι αποτελούν έναυσμα έμπνευσης για τους λογοτέχνες και μάλιστα σε αυτό οφείλει την ύπαρξή της η κατηγορία της αστυνομικής λογοτεχνίας. Ωστόσο, θα ήθελα να κάνω μνεία σε μια πολύ ιδιαίτερη κατηγορία δολοφόνων που δεν δρα λόγω φθόνου, εκδίκησης ή συμφέροντος, αλλά λόγω ενός ασυγκρίτως πιο ισχυρού συναισθήματος. Πρόκειται για γυναίκες δολοφόνους που έφτασαν να σκοτώσουν ό,τι πολυτιμότερο είχαν στην ζωή τους, δηλαδή αθώα παιδιά, κινούμενες αποκλειστικά από αγάπη δίχως όρια. Κατ’ επέκταση, έγιναν φορείς μιας ολόκληρης αιματοβαμμένης επανάστασης απέναντι σε ένα ακόμα πιο αιματηρό και ανάλγητο κατεστημένο. Δύο κορυφαίες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας από δύο διαφορετικές ηπείρους ξεχωρίζουν: η Χαδούλα Φραγκογιαννού του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (« Η Φόνισσα», που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Παναθήναια» σε συνέχειες από τον Ιανουάριο ως τον Ιούνιο του 1903 και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Γεωργίου Φέξη 1912) και η Σεθ της Τόνι Μόρισον («Beloved», «Αγαπημένη», 1988).

Η πρώτη ιστορία εκτυλίσσεται στην Σκιάθο, όπου η Χαδούλα Φραγκογιαννού –μια εξηντάχρονη και απόλυτα έως τότε υποταγμένη γυναίκα στην ανδροκρατούμενη κοινωνία σηκώνοντας δυσανάλογα βάρη μιας τραχιάς και φτωχικής ζωής- ξενυχτά δίπλα στο νεογέννητο και ασθενικό εγγόνι της, ενώ η λεχώνα κόρη της Κρινιώ προσπαθεί να βρει λίγες στιγμές ξεκούρασης στο παγωμένο σπίτι. Το παιδί υποφέρει από κοκίτη και ζει μέσα στην ανέχεια του παγωμένου σπιτιού μέσα στον παγερό Γενάρη, ενώ η ζωή του προμηνύεται σύντομη και δυστυχής, λόγω φύλου και κοινωνικής θέσης. Το γεγονός οδηγεί την Φραγκογιαννού σε διαρκείς αναπολήσεις της μέχρι τότε άχαρης ζωής της και σε συνδυασμό με την αφόρητη νύστα και τον άγριο βήχα του παιδιού αρχίζει «να ψηλώνη ο νους της», «εις εικόνας, εις σκηνάς και εις οράματα, της είχεν επανέλθει εις τον νουν όλος ο βίος της, ο ανωφελής και μάταιος και βαρύς…». Κι ενώ διαπιστώνει με πικρία πως το δικό της το δράμα το βιώνει με την σειρά της η κόρη της και κατόπιν η εγγονή, αισθάνεται μια οργή να ξεχειλίζει από μέσα της: « Η Φραγκογιαννού απλήστως από ημερών παρεμόνευε να ίδη συμπτώματα σπασμών εις το μικρόν ασθενές πλάσμα –επειδή τότε ήξευρεν ότι αυτό δεν θα εσώζετο– πλην ευτυχώς τοιούτον πράγμα δεν έβλεπε. «Είναι για να βασανίζεται και να μας βασανίζη», είχεν υποψιθυρίσει, χωρίς κανείς να την ακούση, μέσα της…Την στιγμήν εκείνην, άρχισε το θυγάτριον να βήχη και να κλαυθμυρίζη. Η γραία αφού είχε συλλογισθή όλα τ’ ανωτέρω, όσον και αν είχεν εξαφθή από τα κύματα των αναμνήσεων, ησθάνθη αίφνης ζάλην, από τον σάλον οιονεί και την ναυτίαν της ζωής της και άρχισε να ναρκώνεται, κ’ ενύσταζεν ακρατήτως. Το μικρόν κοράσιον έβηχε κ’ έκλαιε κ’ εθορύβει «ως να ήτον μεγάλος άνθρωπος». Η μάμμη του εσκίρτησεν, εστράφη, κ’ έχανε πάλιν τον ύπνον της.Η λεχώνα εκοιμάτο βαθέως, και ούτε ήκουσε τον βήχα και τα κλαύματα. Η γραία ήνοιξε βλοσυρά όμματα, κ’ έκαμε χειρονομίαν ανυπομονησίας και απειλής.

— Ε! θα σκάσης; είπε.»

Είναι η στιγμή που η τραγική γυναικεία φιγούρα επαναστατεί , «υψουμένη εις πνευματικότητα συμβόλου, ενσαρκώνουσα μέσα εις το παραλήρημά της τον πόνο μιας ανθρωπότητος ολοκλήρου δια την τύχην της γυναικός εις τον κόσμον αυτόν», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Παύλος Νιρβάνας. « Έκλινεν επί του λίκνου. Έχωσε τους δύο μακρούς, σκληρούς δακτύλους μέσα εις το στόμα του μικρού, διά να «το σκάση». Ήξευρον ότι δεν ήτο τόσον συνήθεια «να σκάζουν» τα πολύ μικρά παιδία. Αλλ’ είχε «παραλογίσει» πλέον. Δεν ενόει καλά τί έκαμνε, και δεν ωμολόγει εις εαυτήν τι ήθελε να κάμη. Και παρέτεινε το σκάσιμον επί μακρόν ,είτα εξάγουσα τους δακτύλους της από το μικρόν του οποίου είχε κοπή η αναπνοή, έδραξεν έξωθεν τον λαιμόν του βρέφους, και τον έσφιγξεν επ’ ολίγα δευτερόλεπτα. Αυτό ήτο όλον.» Αυτό ήταν μόνο η αρχή, καθώς η Χαδούλα διαφεύγει της προσοχής όλων και συνεχίζει το έργο της μέσα από εσωτερική πάλη αλλά και νοσηρή βεβαιότητα πως παρέχει χάρη στα δυστυχισμένα κορίτσια απαλλάσσοντάς τα από την βασανιστική μοίρα τους. Άλλα τρία μικρά παιδιά θα «ελευθερώσει» η Χαδούλα και κατόπιν θα καταδιωχθεί από δύο άντρες στην περιοχή του Αγίου Σώστη, όπου θα βρει φρικτό θάνατο από πνιγμό. Η τελευταία σκέψη της — διαποτισμένη από πικρή ειρωνεία – είναι η θέαση του προικώου της κτήματος στον γκρεμό ακριβώς από πάνω της : «— Ω! να το προικιό μου! είπε.

Αυταί υπήρξαν αι τελευταίαι λέξεις της. Η γραία Χαδούλα εύρε τον θάνατο εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης.»

Στην δεύτερη μεγαλειώδη ιστορία, ηρωίδα είναι η Σηθ, μια έγχρωμη σκλάβα που ζει στο σπίτι με το νούμερο 124 στο Οχάιο με τα δυο της αγόρια, την κόρη της Ντένβερ και την πεθερά της Μπέμπα Σαγκς, καθώς και το … φάντασμα του νεκρού της κοριτσιού. Ένα νεκρό μωρό που τριγυρίζει στο οίκημα 124 και στοιχειώνει αλύπητα τους ζωντανούς εκδιώκοντας αρχικά τα αγόρια από το σπίτι τους. Η Σηθ την αποκαλεί Αγαπημένη, καθώς δεν πρόλαβε να της δώσει όνομα εν ζωή. Τα πράγματα αλλάζουν όταν έρχεται στο σπίτι ο Πώλ Ντή, ένας σκλάβος από το σπίτι όπου δραπέτευσε η Σήθ. Προσπαθούν να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή, όσο αυτό είναι εφικτό στο Οχάιο των σκλάβων και των φρικτών βασανιστηρίων των έγχρωμων ανθρώπων. Παραδόξως, το φάντασμα τελικά εκτοπίζεται και τα πράγματα φαίνεται να κυλούν για πρώτη φορά κάπως ομαλά για τις ζωές τους. Τότε εμφανίζεται στο σπίτι μια μυστηριώδης κοπέλα, η οποία έχει ακριβώς την ίδια ηλικία που θα είχε η Αγαπημένη αν ζούσε. Φοράει ρούχα που δεν έχουν καμία φθορά, μιλάει σαν παιδί, αν και είναι είκοσι χρόνων, δεν θυμάται από πού ήρθε και γιατί, ενώ στις παλάμες της δεν υπάρχουν γραμμές! Η κοπέλα μπαίνει στην καθημερινότητά τους επιτακτικά και απολυταρχικά ρουφώντας αχόρταγα τις ζωές τους. Είναι η στιγμή που ο αναγνώστης συνειδητοποιεί τον φρικτό λόγο για τον οποίο η Αγαπημένη έφυγε από την ζωή και μετά θάνατον ξαναγύρισε στο 124. Παράλληλα, η συγγραφέας χρωματίζει με τα πιο μελανά χρώματα τις φρικαλεότητες των λευκών αφεντικών τους στις οποίες υπέβαλλαν τους σκλάβους τους. «Της είχαν βάλει φίμωτρο τόσες φορές που χαμογελούσε. Χωρίς να χαμογελά, χαμογελούσε και δεν έχω δει ποτέ το χαμόγελό της». Η Σηθ λατρεύει την κόρη της και αισθάνεται ευτυχισμένη ξανά που είναι κοντά της, όσο και ένοχη σε μια σπαρακτική ομολογία: «Αγαπημένη, αυτή είναι η θυγατέρα μου. Αυτή δική μου. Δες. Γύρισε κοντά μου με την θέλησή της και δεν χρειάζεται να εξηγήσω τίποτα. Δεν είχα χρόνο να εξηγήσω προηγουμένως επειδή έπρεπε να γίνει γρήγορα. Γρήγορα. Έπρεπε να είναι ασφαλής και την έβαλα εκεί που θα ήταν. Όμως η αγάπη μου ήταν σκληρή και τώρα γύρισε…», «Θα της εξηγήσω κι ας μην χρειάζεται. Γιατί το έκανα. Γιατί αν δεν την σκότωνα θα πέθαινε και δεν άντεχα να της συμβεί αυτό.» … «με βάλαν κάτω και μου πήραν το γάλα. Γάλα που ανήκε στο μωρό μου… με μεταχειρίστηκαν σαν να’ μουν η γελάδα, όχι, η κατσίκα πέρα από τον στάβλο γιατί ήταν βρωμερό να μείνει μέσα μαζί με τ’ άλογα…» Και συνεχίζει σπαρακτικά στο ίδιο κεφάλαιο αφήνοντας τον αναγνώστη άναυδο: «Έπρεπε να καταλάβω ποια είσαι όταν ο ήλιος έσβησε το πρόσωπό σου… θα έβλεπα τα ίχνη από τα νύχια μου εκεί μπροστά στο μέτωπό σου… από τότε που κράτησα το κεφάλι σου ψηλά , εκεί στην καλύβα». Και ενώ ο Πωλ Ντη φεύγει τρομαγμένος από την ανακάλυψη της δολοφονίας του κοριτσιού, η Σηθ συνεχίζει ακάθεκτη την εξομολόγησή της στην Αγαπημένη: «Πολύ πυκνή, λέει. Η αγάπη μου ήταν πολύ πυκνή. Τι ξέρει αυτός; Για ποιον στον κόσμο θα ήταν πρόθυμος να πεθάνει;», « όταν έστησα την ταφόπλακα ήθελα να πλαγιάσω εκεί μαζί σου, να βάλω το κεφάλι μου στον ώμο σου να σε ζεστάνω…»

Όλα τελειώνουν όταν ξορκίζουν όλοι μαζί το φάντασμα στον επίλογο, καθώς αδηφάγα και αλύπητα ρουφά την ζωή της Σηθ. Η Αγαπημένη χάνεται, καθώς «δεν ήταν ιστορία που θα’ πρεπε να πάει παραπέρα. Την ξέχασαν σαν κακό όνειρο… την ξέχασαν γρήγορα και σκόπιμα». Όχι όμως και η Σηθ, που βιώνει για άλλη μια φορά τον χωρισμό: «Σιγά σιγά όλα τα ίχνη χάνονται και δεν είναι μόνο τ’ αποτυπώματα των ποδιών της… τα υπόλοιπα είναι καιρός. Μόνο καιρός. Με κανέναν τρόπο δεν είναι βουή που ζητάει φίλημα. Αγαπημένη.»

Φραγκογιαννού και Σηθ. Γυναίκες σύμβολα, που σήκωσαν την βαριά μοίρα της φυλής ή της κοινωνικής θέσης τους και απάλλαξαν από τα βάσανα τα πιο αγαπημένα τους πλάσματα για να τα γλιτώσουν από την απάνθρωπη μοίρα τους. Με φρικτό τρόπο τους στέρησαν την ζωή για να μην ζήσουν την κόλαση, οδηγημένες από «πυκνή» και απόλυτη αγάπη. Ένας ακραίος και τόσο συγκλονιστικός τρόπος για τους συγγραφείς να διαλαλήσουν τα βάσανα αυτών των γυναικών στις μαύρες εποχές. Και τα κατάφεραν, καθώς οι φωνές τους δεν σώπασαν ποτέ. Μέχρι σήμερα τις ακούμε, τις μελετάμε, τις διδάσκουμε στα σχολεία χωρίς να υποχωρεί εκείνο το ρίγος μέσα μας ούτε στο ελάχιστο. Κι αυτό γιατί όλα έγιναν ξεκάθαρα από έναν και μόνο λόγο: την απόλυτη, μεγάλη, «πυκνή» Αγάπη.