Κάθε μέρα, αυτοκτονούν πολλοί συνάνθρωποί μας,
και κανένα δελτίο δε μας ενημερώνει γι᾽ αυτούς.
Η λέξη “ χαλάσματα ”,
εγκιβωτίζει μοναδικά στο κορμί της,
μία άλλη λέξη, τη λέξη “ άσματα ”.
Μία κατατοπιστική διευκρίνηση,
για το πώς οι στάχτες,
μπορούν να ξημερώσουν την ημέρα της ελπίδας.
Ο καλός ο καπετάνιος,
στη φουρτούνα πάντα φαίνεται αδέρφια.
Το ποίημα,
αφιερωμένο σε όλους τους συντελεστές
( δημιουργούς και διαχειριστές )
της μοναδικής ιστοσελίδας to vivlio net
και σε όλους εκείνους τους ανθρώπους,
που έχουν για λογισμό τους,
το απονενοημένο αυτό διάβημα.

 

Μου είχες υποσχεθεί πως

άλλη χρονιά

τα λαρύγγια της παγωνιάς,

τα ηλιοκτόνα,

δε θα μας έρραιναν ούτε καν μ᾽ έναν

ανεπρόκοπο ψίθυρό τους.

Μα το κρύο,

πάλι έσπειρε,

ραγισματιές,

στην τάχα αλεξίσφαιρη,

από το βόλι του απροσδόκητου

μοίρα.

Και να τος πάλι.

Λυσσαλέος λύκος!

Κατασπαράζει.

Τα έναστρα δάση,

των ακριβών μας οριζόντων.

Ναι !

Ξεχάσαμε διάπλατα τα παράθυρα.

Ακάματο κρύο,

έχει πάρει εργολαβία,

το κεφαλοκλείδωμα,

στους πόθους πρόσφυγες.

Γι᾽ αυτό, το χάδι,

που … στέρφο μένει

Γι ᾽αυτό, το αηδόνι,

μέσα στο κλουβὶ,

βουβό!

Κάνει απεργία.

Μελωδίας!

Θυλακώνεται,

την άγρια μυρωδιά

του ανεκπλήρωτου,

και την πείνα των ματιών,

για νοικοκυρεμένη θάλασσα.

Κοιτάζει τον Δήμιο!

Βαθιά!

Μέσα στα μάτια!

Όμως το λίθινο αίσθημά του,

δεν κατασπαράχτηκε,

απ᾽ τις λεγεώνες

της Αθωότητας.

Κι όλο πιο έντονα,

απ’ την αλυσίδα του,

τόν Γερο – Πίθηκο τραβάει,

μέχρι να τον πορφυρώσει.

Ανοίγει στον Δήμιο!

Τα φτερά του.

Το αηδόνι.

Μήπως θυμηθεί.

Πως κι αυτός έχει.

Ο Δήμιος!

Μέσα στην ψυχή.

Φτερά!

Μόνο που του είναι παγωμένα.

Τά ᾽χει κοκκαλιάσει

η ανάγκη να μετριέται

η δύναμή του,

μέσ ᾽ ἀπ ᾽ τ᾽ ἀγκάθινο,

ζύγι του Δόλου.

Πολλές και οι Υποταγές!

Σαν απ᾽ άστρα γεννημένες.

Μα ο Γερο – Πίθηκος,

το βράδυ, στα βρώμικα

χαλ – άσματα,

που πάει να ξαποστάσει,

παίρνει για σφεντόνα του,

το όραμα,

για βέλος,

την ταπείνωση,

και τ᾽ όνειρό του,

το μοσχομύριστο,

εκσφενδονίζει στον ουρανό.

Κι εγιν᾽ ο ήλιος,

μπροστά στ᾽ όνειρό του,

κίτρινος νάνος !

Τότε είναι που

χύθηκε το αυτί μου στα

συντρίμματα,

κι άκουσα

τον Γερο – Πίθηκο,

να μου σιγοψιθυρίζει :

 

Ακούς τα μελίφθογγα

άσματa

που ψέλνουν

τα χαλ – άσματα ;

Νανουρίζουν τα κυκλάμινα,

που θ᾽ ανατείλουν

απ’ τα γκρεμίσματα

το ξημέρωμα.

Κυκλάμινο θα γίνει,

η ζωή μας.

Θα δεις!

Εκείνο ξέρει να λυτρώνει

πάντα

τις υποσχέσεις του.

Όχι σαν τους ανθρώπους!

Χτυπάει στις φλέβες του Θεός.

Και στις δικές μας,

Ανάσταση !

Η δίδυμη αδερφή του Ήλιου!

Θα δεις … ”