Select Page

Χριστούγεννα χωρίς εσένα

Χριστούγεννα χωρίς εσένα

 

 

Το κρύο της νύχτας άχνιζε καθώς  χάιδευε τις λάμπες από τα φώτα της πόλης. Οι δρόμοι ήταν άδειοι και τα σπίτια γεμάτα. Τα τελευταία καταστήματα είχαν κλείσει, τα μπαρ είχαν αδειάσει και τα θολά τζάμια των αυτοκινήτων πρόδιδαν πως οι ιδιοκτήτες τους τα είχαν από ώρα παρατημένα στο κρύο και είχαν τρέξει στη θαλπωρή της οικογένειας. Άκουγε γέλια γύρω από τα τραπέζια και μύριζε τα αρώματα των Χριστουγέννων.

Κρατούσε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί στο ένα χέρι και μια μερίδα γαλοπούλα με σάλτσα κάστανου συνοδευμένο από ριζότο με κουκουνάρι και συκωτάκια πουλιών στο άλλο. Του τα είχε πακετάρει προσεκτικά η μητέρα του, όταν πέρασε να πει τα χρόνια πολλά. Παρά τα παρακάλια όλης της οικογένειας, εκείνος έμεινε ακλόνητος στην απόφαση του να μην δειπνήσει μαζί τους.

Δεν ήθελε να προσποιηθεί πως όλα ήταν καλά. Δεν ήταν. Ούτε ήθελε να τους βάλει στη διαδικασία να προσπαθήσουν παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν για να τον μυήσουν  στο κλίμα των γιορτών. Δεν ήθελε να μπει. Δεν έβρισκε τίποτα το μεμπτό στην αποδοχή πως αυτά τα Χριστούγεννα δεν θα ήταν για εκείνον τα καλυτέρα ή τα ωραιότερα. Δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Απεναντίας ήθελε να είναι τα πιο πένθιμα, τα πιο μαύρα, τα πιο μοναχικά. Μόνο αν έπιανε πάτο η συναισθηματική πτώση του, υπήρχε έστω η παραμικρή πιθανότητα να νιώσει ξανά κάποια στιγμή το ζεστό κλίμα των γιορτών.

Την ώρα που έμπαινε στο νεκροταφείο, οι διάφανες στάλες τις βροχής άσπριζαν το μαύρο παλτό του. Αν και το φως ήταν λιγοστό, τα αναμμένα κεριά ήταν απόψε πολλά και φώτιζαν τους διαδρόμους. Μέτρησε πέντε διαδρόμους και έστριψε δεξιά. Σταμάτησε στον δεύτερο τάφο και βρέθηκε απέναντι στη φωτογραφία της. Τον κοιτούσε όπως πάντα κατάματα, με εκείνο το ζεστό βλέμμα και το χαμόγελο της που ήταν ικανό να φωτίσει ακόμη και μια άψυχη κορνίζα.

Κάθισε στο κρύο μάρμαρο και άνοιξε το κρασί. Έριξε πρώτα λίγο πάνω στο χώμα που τη σκέπαζε και ύστερα ήπιε μια γουλιά χωρίς να μιλήσει. Αναστέναξε.

«Πάντα έλεγες πως θα φύγεις πρώτη και το έκανες. Φρόντισες τα πάντα ευλαβικά και ύστερα ξεκίνησες το ταξίδι σου. Με άφησες μέχρι τελευταία στιγμή μέσα στην άγνοια ώστε να μη με επιβαρύνεις συναισθηματικά. Δεν λογάριασες τις ενοχές που τρώνε τα σωθικά μου κάθε βράδυ. Τα “αν ήξερα” “αν μπορούσα να κάνω κάτι για να σε σώσω” “αν ήξερα πως o χρόνος μου μαζί σου ήταν μετρημένος…”. Μονάχα έφυγες. Γελαστή μέχρι το τέλος. Και με άφησες μόνο…»

Σκούπισε τα δάκρυα που είχαν αρχίσει να ζεσταίνουν τα μάγουλα του και έβαλε το χέρι του στην εσωτερική τσέπη του παλτό. Έπιασε το γράμμα που του είχε δώσει τη νύχτα που ένιωθε πως θα ήταν η τελευταία της. Τον είχε παρακαλέσει να μην το ανοίξει, παρά μόνο τα πρώτα Χριστούγεννα που δεν θα είναι εκείνη δίπλα του.

Είχε περάσει ατελείωτες ώρες, όλους αυτούς τους μήνες, κοιτώντας τον φάκελο, ζυγίζοντας τον, κάνοντας σκέψεις για το τι μπορεί να περιέχει. Τον έσκισε με προσοχή. Τράβηξε τη φωτογραφία που υπήρχε μέσα. Ήταν οι δυο τους, με την ευτυχία ζωγραφισμένη απ’ άκρη σ’ άκρη και ανάμεσα τους, η κόρη τους. Θυμόταν αυτή τη φωτογραφία. Την είχα τραβήξει στα τέταρτα γενέθλια της μικρής, τα τελευταία που θα περνούσαν όλοι μαζί οι τρεις τους.

Γύρισε τη φωτογραφία από την άλλη πλευρά. Γνώρισε αμέσως τον γραφικό χαρακτήρα της.

Έφυγα ευτυχισμένη… γιατί δεν άφησα εσένα μόνο… γιατί δεν άφησα εκείνη μόνη…”

Τα δάκρυα συνέχισαν να κυλούν αργά χωρίς διάθεση να σταματήσουν. Το κινητό δίπλα του χτύπησε και είδε στην οθόνη το νούμερο  ανάγκης που είχε δώσει στην κόρη του. Προσπάθησε να συνεφέρει τον εαυτό του και απάντησε.

-Έλα, κορίτσι μου, τι κάνεις;

-Μπαμπά… άκουσα τη γιαγιά που είπε πως πήγες στη μαμά… Είσαι στη μαμά;

- Ναι, αγαπούλα μου. Ήρθα να της πω χρόνια πολλά.

-Πες της πως την αγαπώ, μπαμπά. Και τη σκέφτομαι κάθε μέρα.

-Είμαι σίγουρος πως το άκουσε ήδη, μωρό μου.

-Μπαμπά, λες να στεναχωριέται η μαμά που είναι μόνη της, χωρίς εμάς, εκεί ψηλά στον ουρανό;

-Όχι, χαρά μου. Γιατί η σκέψη μας και η αγάπη μας είναι πάντα δίπλα της.

-Μπαμπά, γιατί με άφησες μόνη μου με τους υπόλοιπους;

-Δεν θα είσαι μόνη σου για πολύ, καρδούλα μου. Έχεις εμένα κι εγώ εσένα. Έρχομαι να σε πάρω.

Έκλεισε το τηλέφωνο και κοίταξε πρώτα τη φωτογραφία των τριών τους και ύστερα εκείνης. «Πάντα ήσουν αυτή που ήξερε τι έκανε. Ακόμη και τώρα, ήξερες τι πρέπει να κάνεις» μονολόγησε.

Ήταν σίγουρος πως τα Χριστούγεννα χωρίς εκείνη δεν θα ήταν ποτέ τα ίδια. Όμως ήξερε πια πως όσο εκείνη ζούσε μέσα σε εκείνον και την κόρη τους, τα Χριστούγεννα δεν θα ήταν ποτέ μοναχικά…

 

 

(πηγή εικόνας)

Επιμέλεια κειμένου

5 Σχόλια

  1. Μαρουλλα

    Πολύ ρεαλιστικό που νοιώθεις την αλμ’υρα από τα δάκρυά του Την ανάγκη να μείνει μόνος μα διπλα του η αόρατη παρουσία της να τον γεμίζει όσι αν ήταν ιπλα του χίλιοι άνθρωποί .Πολύ όμορφο στην τραγικότητά του

    Απάντηση
    • Ιωάννα Γκανέτσα

      Σε ευχαριστώ Μαρούλλα!

      Απάντηση
  2. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    “Έφυγα ευτυχισμένη… γιατί δεν άφησα εσένα μόνο… γιατί δεν άφησα εκείνη μόνη…”

    Γιατί όσο υπάρχει έστω και ένα πλάσμα που μας αγαπά και αγαπούμε, δεν είμαστε ποτέ μόνοι…
    Πολύ τρυφερό και όμορφο Ιωάννα μου!

    Απάντηση
    • Ιωάννα Γκανέτσα

      Σε ευχαριστώ πολύ Βάσω μου!

      Απάντηση
  3. Μάχη Τζουγανάκη

    Σε στεναχωρεί…αλλά είναι αληθινό και αχνιζει αγάπη… Μόνο ο χρόνος στρώνει τέτοιες καταστάσεις…

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!