Όταν σας άπλωσα τα χέρια

κουνήσατε μόνο τα μάτια.

Δεν προσέξατε τα δάκρυα μου

πού ’σκαψαν τα κόκκινα τα μάγουλά μου.

Με φέρατε να δω τον κόσμο τον πλασμένο,

που κτίσατε όλοι εσείς.

Τον σκάρτο, τον μαγικό.

Αυτόν που έχω εγώ γραμμένο.

Βιαζόσασταν να τον προλάβω,

να τον ζήσω, να τον δω.

Μα εγώ δε μπορώ

στη γη πια να σταθώ.

Παιδί σας έδειξα ότι σας αγαπώ.

Σημασία δε μου δώσατε.

Μου είπατε μόνο, έλα δω

και μείνε στη γη που κατέστρεψα εγώ.

Κι ήρθανε τα χέρια σας,

να κρύψουνε τ’ αστέρια,

να μην τα αφήσουν να μπουν

στην καρδιά να ονειρευτούν.

Την ψυχή μου δώσατε στα όρνια

και την φάγανε τα χρόνια.

Μα ήρθανε τα όρνια μια βραδιά

και μου ταράξαν τα νερά.

Ποιόν να πω τώρα φονιά;

Τον κόσμο που με τριγυρνά,

ή μήπως τα σκυλιά,

που με δάγκωσαν βαθιά;

Τώρα που μεγάλωσα κατάλαβα…

και έτσι απλά τους ώμους θα κουνήσω,

να διώξω εσάς που με πλακώνατε

με λόγια με σκοτώνατε…

 

_

γράφει η Εύα Κασιάρου

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!