γκρίζα η πόλη
και η ζωή κρέμεται από τα νήματά της
σα θλιμμένη μαριονέτα
τα χρώματά της μετανάστες
και τα σχοινιά της δανεικά
ορέγονται λαιμούς και χέρια σταυρωμένα
γκρίζα η πόλη
προβάρει για φορέματα αβύσσους
και την κρυφή της λάμψη κρύβει κάτω από μακριούς χιτώνες
τα χρώματά της πρόσφυγες
μετακομίσανε σε μέρη ξένα
μέρη παγωμένα
κι η γκρίζα πόλη
αναπολεί κείνες τις μέρες
που ουράνια τόξα τη στολίζαν
και ζωή καμία δεν κρεμόταν απ’ τα δανεικά της νήματα
_
γράφει η Παναγιώτα Καραγιαννίδη






άλλο ένα δυνατό σας ποίημα -καθρέφτης της εποχής…
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.
Γκρίζα η πόλη…
Που είναι ο Ήλιος;
Ποιος τον έκρυψε;
Που είναι τα μάτια;
Μόνο σκόρπια βλέμματα!
Θολά τοπία.
Ας ελευθερώσουμε τα περιστέρια.
Ας σφίξουμε τα χέρια.
Ας σηκώσουμε τον Ήλιο ψηλά…
Τα πράγματα είναι απλά.
Στης αγάπης την πόρτα να ανταμώσουμε.
Έτσι μόνο τα χρώματα θα επιστρέψουν.
Υπέροχο το ποίημα σου!!!
Καλό σου απόγευμα!!!
Ευχαριστώ πολύ.
Η αληθεια σας μου αρεσει πολυ!!!
🙂 να στε καλά
Εγώ τι να πω γι αυτό το παιδί “μου” που μου “μαθαίνει” την ποίηση!!!
Είμαι πολύ περήφανη, κοριτσάκι μου!!!
Σ’ ευχαριστώ!!!
Εσείς μου μάθατε το λόγο. Το ζυμάρι για να μπορέσω να πλάσω τα δικά μου λογοτεχνήματα.