κ υ κ λ ι κ ό ς ο ί σ τ ρ ο ς σ τ ι ς θ ά λ α σ σ ε ς [ποιητική δοκίμιο]

κ υ κ λ ι κ ό ς   ο ί σ τ ρ ο ς   σ τ ι ς   θ ά λ α σ σ ε ς [ποιητική δοκίμιο]

Ελευθερία Μπέλμπα

δοκίμιο  ποιητική

 

κ υ κ λ ι κ ό ς    ο ί σ τ ρ ο ς

σ τ ι ς    θ ά λ α σ σ ε ς

 

Το θαλασσινό τοπίο ως έναυσμα συλλογισμών ή πηγή ανάλωσης της ευαισθησίας γίνεται αυτόνομο θέμα. Κατά τον Ηράκλειτο, «Θάλαττα ὓδωρ καθαρώτατον καί μιαρώτατον, ἰχθύσι μέν πότιμον καί σωτήριον, ἀνθρώποις δέ ἂποτον καί ὀλέθριον». Και η θάλασσα ως τμηματική επισήμανση στο κείμενο δεν σχηματίζει σταθερά συμβολικά σημεία, μολονότι είθισται να παραπέμπει και στη ναυτική παράδοση ή την τοπιογραφία της κοινής εμπειρίας, χωρίς να παραβλέπεται και η σατιρική κρίση («όλοι βρίζουν την θάλασσαν, ενώ πταίει ο άνεμος»[1]).

Στο απόσπασμα, «Κάτι που χάσαμε (ΙII)» από την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Πέππα, «Λόγια που θυμούνται την αφετηρία τους» το θαλάσσιο ταξίδι για την ομάδα έχει ως κινητήρια δύναμη το φως («βελονιές απ’ τον ήλιο»)[2].

 

Μέσα στό πλοῖο τῆς ἂγονης γραμμῆς

διό βελονιές ἀπ’ τόν ἣλιο

μᾶς βγάζουν περίπατο.

Νἂξερες ὃμως! Αὐτά τά πράματα

δέν τά ἐξουσιάζεις.

Ἐκθέτουν σέ παραπλάνηση:

Μέσα στό πλοῖο τῆς ἂγονης γραμμῆς

μισοτιμῆς πουλήθηκαν

ὃλα τά ἐνθύμια.

 

Μέσω του υπαινικτικού λόγου ανιχνεύεται μια σωρεία παρελθουσών διαδρομών. Τώρα η διάψευση εκπορεύεται από μια συναίσθηση των αδιόρατων συνθηκών (αὐτά τά πράματα/δέν τά ἐξουσιάζεις»). Οι καταβολές παρόμοιων εξορμήσεων στο απώτερο παρελθόν δεν κληροδοτούνται πλέον («μισοτιμῆς πουλήθηκαν/ὃλα τά ἐνθύμια») αφήνοντας μια υπόνοια απογοήτευσης. Με πρώτο πληθυντικό πρόσωπο η αφήγηση παραπέμπει στη θαλάσσια περιήγηση: το «πλοῖο τῆς ἂγονης γραμμῆς» οδεύει προς μια κατεύθυνση με πυξίδα το φως του ήλιου.

Συνάμα στην επιφωνηματική φράση του δευτέρου ενικού προσώπου («νἂξερες ὃμως!») απεικονίζεται μια άποψη για την εξοικείωση του καθένα με παρόμοιες συνθήκες. Η γενίκευση αυτή αφορά το χειρισμό των καταστάσεων που καταρχήν προγραμματίζονται, όμως ουσιαστικά ξεφεύγουν τον έλεγχο, όπως διατυπώνεται στη ρήση «αὐτά τά πράματα/δέν τά ἐξουσιάζεις». Έτσι μπορεί να ερμηνευτεί η μετάβαση στο σκηνικό της αγοραπωλησίας («μισοτιμῆς πουλήθηκαν/ὃλα τά ἐνθύμια»), σίγουρα τετελεσμένης (όπως δείχνει ο παθητικός αόριστος). Η διάψευση των προσδοκιών αποτελεί το βασικό θέμα προς εξέταση στο κείμενο («ἐκθέτουν σέ παραπλάνηση»), εφόσον αλληγορικά η υδάτινη πορεία γίνεται στόχευση υψηλή, ελπιδοφόρα που έπειτα αποτυγχάνει λόγω συγκυριών που μπορούν να συσσωρευτούν μέσα από καθολικά αόριστα στοιχεία («τά πράματα», «ὃλα τά ἐνθύμια»).

Στη «μικρή πράσινη θάλασσα» βέβαια η αμφισημία είναι κυρίαρχη σε μια γραφή υπαινικτική περί της θρησκευτικής πολιτιστικής παρακαταθήκης, της πραγμάτευσης της φύσης και της ζωής[3].

 

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

Που θα ‘θελα να σε υιοθετήσω

Να σε στείλω σχολείο στην Ιωνία

Να μάθεις μανταρίνι και άψινθο

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

Στο πυργάκι του φάρου το καταμεσήμερο

Να γυρίσεις τον ήλιο και ν’ ακούσεις

Πως η μοίρα ξεγίνεται και πως

Από λόφο σε λόφο συνεννοούνται

Ακόμα οι μακρινοί μας συγγενείς

Που κρατούν τον αέρα σαν αγάλματα

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

Με τον άσπρο γιακά και την κορδέλα

Να μπεις απ’ το παράθυρο στη Σμύρνη

Να μου αντιγράψεις τις αντιφεγγιές στην οροφή

Από τα Κυριελέησον και τα Δόξα σοι

Και με λίγο Βοριά λίγο Λεβάντε

Κύμα το κύμα να γυρίσεις πίσω

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

Για να σε κοιμηθώ παράνομα

Και να βρίσκω βαθιά στην αγκαλιά σου

Κομμάτια πέτρες τα λόγια των Θεών

Κομμάτια πέτρες τ’ αποσπάσματα του Ηράκλειτου.

 

Το ποιητικό υποκείμενο (ο Ελύτης) και η θάλασσα κόρη λειτουργούν ως πυλώνες αφηγηματικοί παράλληλοι, ενώ συμφύρονται ακολούθως ερωτικώς και νοητικώς. Στην επαναφορά του στίχου του τίτλου, που αυτονομεί και τα νοηματικά μέρη, το επίθετο «μικρή» εξισώνεται με το κορίτσι «δεκατριώ χρονώ», συνάδει αλληγορικά με την αρχέγονη ελληνικότητα. Στο πλαίσιο της επαναφοράς της επίκλησης ανασύρει το δομικό σήμα της προσωποποιημένης θάλασσας με λογής σημασίες. Έτσι σηματοδοτείται το χρονικό σημείο στο απώτερο παρελθόν των προγόνων (αρχαιότητα, Βυζάντιο) και ο τόπος, πέρα του οικείου Αιγαίου, εκτείνεται στην Ιωνία. Η αφήγηση με εσωτερική εστίαση σε πρώτο πρόσωπο εγείρει έναν προσωπικό τόνο.

Έντονος λεκτικός λυρισμός μέσω της εκτενούς προσωποποίησης αποσαφηνίζει το συσχετισμό της θάλασσας με τον ψυχισμό του ποιητή («θα ‘θελα να σε υιοθετήσω»). Εκτυλίσσεται μια συνειρμική παράσταση του παιδιού που ανατρέφεται («να σε στείλω σχολείο», «να μάθεις») με ευχετικές υποτακτικές και το διδακτισμό του δεύτερου προσώπου της φαινομενικής διαλεκτικής. Καθορίζεται ένα περιβάλλον ιστορικής ακρίβειας για τις χαμένες πατρίδες («στην Ιωνία») και εγγενούς πληρότητας («μανταρίνι και άψινθο») της ταυτότητας του ελληνισμού. Με αφετηρία στο «πυργάκι του φάρου» η εστίαση στο άπλετο ζεστό φως («καταμεσήμερο») εισάγει στο παραθαλάσσιο κλίμα της αμέριμνης περιφοράς στο εκτυφλωτικό τοπίο («στο πυργάκι του φάρου», «να γυρίσεις τον ήλιο»). Σκοπιμότητα αποτελεί η μαθητεία του κοριτσιού, η συνείδηση την ανατροπής της μοιραίας απόληξης («πως η μοίρα ξεγίνεται») και της αναβίωσης της παρωχημένης επικοινωνίας με φρυκτωρίες («από λόφο σε λόφο συνεννοούνται/ακόμα οι μακρινοί μας συγγενείς») σε μια προδρομική λεκτική ροή.

Με επίγνωση της εξακολουθητικής ισχύος των εθνικών κληροδοτημάτων, η παρομοίωση για τα αγάλματα («κρατούν τον αέρα σαν αγάλματα») ερμηνεύει την ενσωμάτωση της τέχνης στη νοερή δημιουργικότητα των προγόνων. Ο συμβολισμός της νεότητας του πνεύματος περικλείει την εικόνα της μικρής μαθήτριας («με τον άσπρο γιακά και την κορδέλα») με νοσταλγική επίκληση των αλλοτινών εθών σε μια κυκλική πορεία («κύμα το κύμα να γυρίσεις πίσω»). Για την επιβίωση του ελληνισμού,, μετά την καταστροφή της Σμύρνης αρκεί η συμπόρευση με το χριστιανισμό ως μνήμη και ζωτική κίνηση («να μπεις απ’ το παράθυρο στη Σμύρνη»). Οι «αντιφεγγιές» θεωρούνται ο απόηχος των αξιών της βυζαντινής χριστιανικής προέλευσης∙ ενδεικτικά οι θρησκευτικές φράσεις εξισώνονται με ουσιαστικά   («Κυριελέησον», «Δόξα σοι») και τα επίθετα συνθέτουν την ηχητική επίδραση («λίγο Βοριά λίγο Λεβάντε»). Η ευχή αφορά την επιστροφή στο απώτερο πολιτιστικό παρελθόν («κύμα το κύμα να γυρίσεις πίσω») που ταυτίζεται με μια παιδευτική διαδικασία διαρκείας και διαρκώς ανανεωμένη, όπως δείχνει η επισήμανση της κινητικής εικόνας του κύματος.

Η παραπομπή στην παράνομη ερωτική σχέση («για να σε κοιμηθώ παράνομα») μετακινεί σε ένα επίπεδο παραπάνω την όλη συναίσθηση της οικειότητας, ενώ αναδεικνύεται μια νοητική μύηση. Στο πεδίο της ενσωμάτωσης του νου στην λαίλαπα του παραδοσιακού αποτυπώματος η προέκταση της σημασίας του έρωτα («βαθιά στην αγκαλιά σου») μεγεθύνει το βίωμα του Έλληνα για τη στροφής στην κληρονομιά του. Απώτερος σκοπός της κλιμάκωσης της πνευματικής διαπαιδαγώγησης («να βρίσκω») γίνεται η συμπυκνωμένη σοφία των Ιώνων («τα λόγια των Θεών») σε συνδυασμό με την επέλαση της διαχρονικής απαράμιλλης αισθητικής («κομμάτια πέτρες»)· η πέτρα συμβολίζει τη διασκορπισμένη έννοια της ελληνικότητας μέσα από τη σταθερότητα των εκφάνσεων, τη συνοχή των επιτευγμάτων της. Με την επανάληψη, εμφαντική της συνέχειας της τέχνης, σημειώνεται η επίδραση αφενός του θρησκευτικού συναισθήματος και αφετέρου του φιλοσοφικού ορθολογικού στοχασμού («τ’ αποσπάσματα του Ηράκλειτου»), της ρευστότητας των καταστάσεων, του μεταβαλλόμενου ελληνικού πολιτισμού. Η απάλειψη της στίξης, οι αποσιωπήσεις συγγενεύουν στην σουρρεαλιστική έκφραση με την αμφισημία, τα ετερόκλητα νοήματα.

Έκδηλος εξομολογητικός τόνος με διάθεση της εντρύφησης σε ένα μέλλον σχετικό με τον υπαρξιακό προορισμό του αφηγητή δεσπόζει στο ποίημα του Ιάκωβου Ρήγα («ἒχω προστάξει…φιλόδοξη»).

 

Ἒχω προστάξει τή ζωή μου

–σ’ αὐτό τό πέλαγος- πού αἰῶνες βογγᾶ

ν’ ἀρχίσει φιλόδοξη.

Κι’ ἐδῶ λάμποντας

ἀπ’ τό βαρύ σπαθί τ’ Ἀρχαγγέλου

νά τελειώσει.

 

Πάνω στήν πηχτή λιοψημένη ἂμμο

τό πρῶτο μου ἀβέβαιο βῆμα.

Στήν ἀγκαλιά νιᾶς γοργόνας

τό πρῶτο μου κλάμα ἂκουσα,

τό πρωτογέλιο τῆς μικρῆς ξανθῆς Ἐρωφίλης.

Καταμεσής τοῦ πελάγους

τοῦ ἀνεξάντλητου

ἂκουσα τό πρῶτο τραγούδι

-τῆς ἀγάπης, πού βρῆκε τό δρόμο της-

Ξεθάρρεψα στό τρανό

τοῦ Γαρμπῆ βηματοκόπι. Καί

στῆς θάλασσας τό σκληρό

τ’ ανελέητο ράβδισμα.

 

Ο εντοπισμός στο θαλασσινό ορίζοντα με τη συναίσθηση της αυτοπραγμάτωσης και του χειρισμού της προσωπικής πορείας, εντός του πλαισίου της φυσικής αναγέννησης, γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα στην ιστορική αναδίφηση στο κοινό παρελθόν («πού αἰῶνες βογγᾶ») και στην αισιόδοξη αντίληψη του νέου στοιχείου («ν’ ἀρχίσει φιλόδοξη»). Το τολμηρό άλμα προς τη μεταφυσική απόληξη της ύπαρξης αποδίδεται συμβολικά με το ονοματικό σχήμα («τό βαρύ σπαθί τ’ Ἀρχαγγέλου») της εντύπωσης της τελικής κρίσης (με τη ρήτρα της «Αμοργού» του Γκάτσου ως προσχέδιο δόμησης της πρότασης). Το τοπίο της ακτής σκιαγραφείται αφαιρετικά (ενδεικτική είναι η χρήση της συνεκδοχής) με περιττά καλολογικά επιθετικά σχήματα («πηχτή λιοψημένη», «τό πρῶτο μου ἀβέβαιο») στον άξονα του λανθάνοντος λυρισμού.

Η έμφαση στην αναδρομική μνήμη της παιδικότητας εξηγεί το εγχείρημα της μετάβασης στο τέλος της ενδιαίτησης. Κυριαρχεί η επαναφορά του αριθμητικού επιθέτου «πρῶτος» και η χρήση ιστορικών χρόνων («ἂκουσα»), με την επέκταση ηχητικών παραστάσεων αναμοχλεύεται η ανάμνηση του παιδιού («τό πρῶτο μου κλάμα», «τό πρῶτο τραγούδι»). Διοχετεύεται η λαϊκή κληρονομιά ως δεδομένο της μυθολογικής ερμηνείας («στήν ἀγκαλιά νιᾶς γοργόνας») ή μορφών των κλασικών αισθητικών προτύπων («τῆς μικρῆς ξανθῆς Ἐρωφίλης») της νεοελληνικής γραμματείας. Συνακόλουθα η οριοθέτηση του αχανούς καμβά του πελάγους αντιστρατεύεται την επιλογή της παγιωμένης κίνησης με αντίκτυπο τον καθορισμένο προορισμό της αγάπης.

Η έννοια αυτή βέβαια δεν απορρέει από την προηγούμενη (ίσως αλυσιδωτή) εύλογη συναισθηματική εμπλοκή, αλλά πετυχαίνει την ισορροπία παρενθετικά με επισήμανση του κεντρικού πλάνου (έρωτας) σε μια φαινομενική αταξία. Η έμφαση στο υγρό στοιχείο κατοχυρώνεται αφενός με το πλασματικό πρόσωπο (γοργόνα), δείγμα της μητρικής στοργής της λαϊκής κουλτούρας και αφετέρου με το τραγούδι της αγάπης, θεματική της δημοτικής ποίησης. Άλλωστε το εκτενές ηχητικό τμήμα του λόγου αισθητοποιείται με την παραπομπή στου «Γαρμπῆ βηματοκόπι» και «τό σκληρό/τ’ ανελέητο ράβδισμα» των νερών.

Παράλληλα λοιπόν η δυναμική αναφορικά με το χειρισμό των συναισθημάτων και της λογικής πλαισιώνεται από το γραμμικό τοπίο. Έτσι ο επιτακτικός τόνος για τη ρύθμιση της αρχής και λήξης του βίου τεκμηριώνεται από τους ρηματικούς χρόνους («ἒχω προστάξει», «ν’ ἀρχίσει», «νά τελειώσει») του παρόντος και της πρόληψης, ενώ ο χώρος διανθίζεται από τη συνείδηση του αισθητού αιώνιου (ἁιώνες»)∙ κοσμικός και υπερβατικός καιρός σμιλεύει ως περίγραμμα την ψυχική ένταση που εξωραΐζει το φυσικό κόσμο. Η ανάκτηση προσωπικής ισχύος ως στιγμιαία αντίδραση εκφέρεται με γνωμικό αόριστο («ξεθάρρεψα») που παραλείπεται στην τελευταία φράση, καταληκτική του κυκλικού σχήματος. Η απεικόνιση της βιωματικής άσκησης γίνεται εμμέσως με το ομοιόαρκτο και την παρήχηση του «τ» («τό σκληρό/τ’ ανελέητο ράβδισμα»).

Η επίκληση στον ωκεανό επιτυγχάνεται με την πομπώδη προσφώνηση που επαναλαμβάνεται στο ποίημα του Νίκου Καρούζου, «Προσευχή του Θαλή στην παραλία» κλείνοντας το κυκλικό μοτίβο[4].

 

Ὦ σταγόνα διάφανη σταλαγμένη

στό πρῶτο πράσινο ἐμπόδιο τῆς βροχούλας

θεῖον ἀνάβρυσμα δίχως ἂλλη μοναδική θεότητα

σ’ αὐτή τη στέρεη κι ἀδιάσειστη ματαιότητα!

Εἶν’ ἀπέραντος ο πρόπαππος

ὁ ἀρχαῖος ίώδης Ὠκεανός

κι ἀναστάσιμος ὁ πυραχτωμένος πάππος

ὁ ἀλύγιστος κι ἀκόρεστος Κρουνός

ἀνάμεσα στ’ ἀχανῆ διαστήματα.

Ὦ σταγόνα διάφανη θυγατέρα τοῦ χειμώνα!

Λαμπυρίζεις ὡραία στό σκουληκάκι!

 

Ελλειπτικός ο λόγος εκφράζει στη μορφή του Θαλή του Μιλήσιου, που ισχυρίστηκε ότι η αρχή του κόσμου είναι το νερό, την κοσμογονία του. Εμφαντική η κλητική προσφώνηση («ὦ σταγόνα») μεταφέρει από το γενικό στο μερικό μικρόκοσμο του νεοϋπερρεαλισμού, τοποθετώντας σε λογική σειρά τα συμβεβηκότα (η στάλα βροχής διαυγής). Ωστόσο το αντιφατικό πλέγμα («πρῶτο πράσινο ἐμπόδιο τῆς βροχούλας») ανατρέπει την κατάφαση προκαλώντας το σημασιολογικό ρήγμα. Η συσσώρευση επιθετικών προσδιορισμών προσιδιάζει της ειρωνικής αναφοράς περί εξυγίανσης του ειδυλλιακού τόπου.

Η σήμανση της θεϊκής υπόστασης των υδάτων ευθέως καταδεικνύει τη δυνατότητα της αφήγησης να μετουσιώνει το φυσικό στοιχείο σε υπερφυσικό στίγμα. Η αφηγηματική φωνή (Θαλής) θεοποιεί το υγρό στοιχείο, εισάγοντας το μονοθεϊσμό∙ με επιφωνηματικό λόγο, μακροπερίοδο, που διαιρείται σε επιμέρους συντακτικές ενότητες, συγχέεται η αρχαϊκή διατύπωση με τη δημοτική στα χνάρια της υπερβολής («στέρεη κι ἀδιάσειστη ματαιότητα»). Τελικά η λεπτή κοσμικότητα ενισχύεται από την ομοιοκαταληξία και τη διαδοχή κατάφασης («θεῖον ἀνάβρυσμα») και αποφατικής ρήσης («δίχως ἂλλη μοναδική θεότητα») που προωθεί τη σοβαροφάνεια ενός Θαλή-ερευνητικού νου που αναζητεί την οντολογική αλήθεια μέσω της αποκάλυψης του θείου. Η ανεύρεση της υπόστασης του θείου συνυφαίνεται με τις γενεαλογικές ρίζες του ανθρώπινου γένους.

Μορφολογικό ιδιάζον δεδομένο (στ. 5-8) η ονομαστική σε αλληλουχία ονομάτων σε σύνολα (ουσιαστικό-μετοχή-επίθετο) συνάμα με το ομοιοτέλευτο (-ος) και την ποικίλη ποιότητα των επιθέτων (δηλωτικά έκτασης, χρόνου, αίσθησης, άρνησης). Στο τελευταίο δίστιχο η σουρρεαλιστική αντίφαση τυποποιείται με την προσωποποίηση της σταγόνας, τη μετάβαση στο χειμώνα («ὦ σταγόνα διάφανη θυγατέρα τοῦ χειμώνα»). Η κατάχρηση της επιφώνησης αποδεικνύει το σαρκασμό ειδικά στην ενσωμάτωση της παράδοξης αντιστοιχίας ανάμεσα στο φωτεινό πλέγμα και το σκουλήκι στη βρεγμένη γη («λαμπυρίζεις ὡραία στό σκουληκάκι»).

Στο θαλάσσιο πνιγμό του άντρα αναφέρεται το ποίημα της Αγγελικής Σιδηρά, «Δεύτερη φορά»[5].

 

Σήμερα πνίγηκες ξανά!

Στήν παραλία τῆς Λογγᾶς.

Θα ‘ταν στά χρόνια σου

ἢ σχεδόν. Μεσόκοπος.

Ἀγόρι! Εἶχαν πεῖ οἱ γιατροί στά

γεννητούρια. Κάποιος

ασήμωσε τό χέρι τῆς μαμῆς.

Τ’ αγόρια κτίζανε στήν ἂμμο

κάστρα, γέφυρες. Τέκτονες

μιᾶς φανταστικῆς ζωῆς

πού ὁ ἂνεμος καραδοκοῦσε

ν’ ακυρώσει.

 

Σήμερα πνίγηκες ξανά!

Κουδούνιζε καί πάλι

τό τηλέφωνο στή Γερμανία

ὃμως ὁ ἦχος δέν ἦταν διαφορετικός

κι ἀνέμελα σήκωσα τό ἀκουστικό.

Οἱ γιοί του ἐμβρόντητοι

κοίταζαν τό καλώδιο ἀπορημένοι.

στο μεταξύ οἱ παραθεριστές

στό ἳδιο σημεῖο κολυμπώντας

θ’ ἂλλαζαν ἂρδην θέμα στήν κουβέντα τους

ἀφήνοντας προσωρινά τήν «κρίση»

κατά μέρος. Γιά λίγο πρωταγωνιστής

θά ‘σουνα πάλι ἐσύ. Μόνο ἐσύ.

Ἒστω γιά τόσο λίγο.

 

Η όλη υπόθεση την οποία καταγράφει μοιάζει φανταστική σε αφηγηματικό διάλογο με τον εκλιπόντα («πνίγηκες»). Το συμβάν επανεμφανίζεται ολοένα δριμύτερο με τον καθορισμό του τόπου («στήν παραλία τῆς Λογγᾶς») και της ηλικίας ή του φύλου. Έκδηλος σκεπτικισμός λοιπόν ορίζει τον αστεϊσμό χωρίς αποδέκτη («κάποιος/ασήμωσε τό χέρι τῆς μαμῆς»), αλλά με διασαφήνιση της εσωτερικότητας που αφορά το συσχετισμό με τον αποδημήσαντα. Ετερογενείς σκηνές οικοδομούν την αναδρομική διήγηση, όπως η γέννηση ή το παιχνίδι των αγοριών στην παραλία («κτίζανε στήν ἂμμο/κάστρα, γέφυρες»).

Ο υπαινικτικός συνειρμός στην προσωποποίηση τεκμηριώνει το εγχείρημα της ανατροπής μιας μοιραίας διαβίωσης μέσα από την αποφατική σημασία της κατάργησής της φυσικώ τω λόγω («τέκτονες… ν’ ακυρώσει»). Σας επέτειος της απουσίας εν τέλει συντάσσεται ο συνεκτικός κύκλος (με αφετηρία και κλείσιμο τον πνιγμό του παρόντος). Η παρενθετική καταγραφή του τηλεφωνήματος («στή Γερμανία») γίνεται γέφυρα σύνδεσης των διαφορετικών χώρων αφομοίωσης του δραματικού απρόοπτου («στό ἳδιο σημεῖο κολυμπώντας»). Οι γιοι του άτυχου άντρα και οι παραθεριστές ως συμβατικές παρουσίες αφομοιώνουν διαφοροποιητικά τα τεκταινόμενα, οι μεν αποδέκτες του ξαφνικού θανάτου που γνωστοποιεί η τηλεφωνική συσκευή από το μακρινό κόσμο και οι δε αιφνιδιασμένοι από το αναπότρεπτο γεγονός που τους αφήνει μετέωρους παρατηρητές να αξιολογούν μια δυσάρεστη εμπειρία («ἀφήνοντας προσωρινά τήν «κρίση»/κατά μέρος»), παραβλέποντας έστω πρόσκαιρα την οικονομική κρίση.

Η απομόνωση του εκλιπόντος επισύρει τη νοσταλγική διάθεση που θαρρείς τέμνει την ευθεία των εθών, ενώ δίνει βαρύτητα στην αξία του νεκρού που κατονομάζεται στον υπότιτλο («μνήμη Γιώργου»). Η ασημότητά του μάλιστα παραγκωνίζεται μερικώς εξαιτίας της βίαιης απώλειας για τους συγγενείς ή της αναπόδραστης εικόνας του να χάνεται μες στα νερά κάτω από τη συλλογική παρατήρηση («γιά λίγο πρωταγωνιστής», «μόνο ἐσύ»). Η σύγχυση με το πρώτο ενικό πρόσωπο («ἀνέμελα σήκωσα τό ἀκουστικό») επεξηγεί το κλίμα της υποβολιμαίας υποκειμενικής σκέψης που διακόπτεται διαρκώς για την αποσόβηση ενδεχομένως της συναισθηματικής έξαρσης, ελευθερώνοντας εντούτοις την τραγικότητα στο κλείσιμο («ἒστω γιά τόσο λίγο»).

 

 

[1]Δημήτριος Καμπούρογλου

[2] Πέππα, Δ.1986. Λόγια που θυμούνται την αφετηρία τους. Αθήνα: Διογένης

[3] Ελύτης, Ο. 1971. Το φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά. Αθήνα: Ίκαρος

[4] Καρούζος, Ν. 1975. «Προσευχή του Θαλή στην παραλία». Στο: Νιάρχος, & Θ. Φωστιέρης, Α.(επιμέλ.) Ποίηση ’75. Αθήνα: μικρή άρκτος. σ.84

[5] Σιδηρά, Α. 2016. «Δεύτερη φορά». Ποιητική. Αριθμός τεύχους17. σσ.78-79

Επιμέλεια κειμένου

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΠΕΛΜΠΑ

Η Ελευθερία Μπέλμπα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Δοκίμια, μεταφράσεις, κριτικές λογοτεχνίας της ίδιας έχουν δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό τύπο. Αποσπάσματα του έργου της περιλαμβάνονται σε ανθολογίες. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. [Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων των Πέντε Ηπείρων].Εκδόσεις: ♦ «Φθινοπωρινές νότες», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1994 ♦ «Δίχτια», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996 ♦ «Poesis modus», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996 ♦ «Γλωσσική διδασκαλία για την Α΄ Λυκείου», (γραμματικά-συντακτικά φαινόμενα της αρχαίας ελληνικής), Γρηγόρη, 1997 ♦ «Αμόλεχος», ποίηση, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1999 ♦ «Έαρος νυχτερινό κατευόδιο», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 2000 ♦ «Η κυρία Άλρα», ποιήματα, Ανατολικός, Αθήνα 2002 ♦ «Άσκηση πάνω στα δοκίμια του Αλέκου Βασιλείου», δοκίμια, Αθήνα 2003 ♦ «Προς τους ολυμπιακούς αγώνας εν Αθήναις, 2004», ποίηση-περιλαμβάνεται στο «Ολυμπιακό αφιέρωμα 2004- Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Γερμανία, 2004 ♦ «Πολιτική θεωρία», ποιήματα-περιλαμβάνονται στον «Φιλολογικό Κόσμο- Ανθολογία», Ατέρμονο, Αθήνα 2006 ♦ «Οδοιπορικό στη γραμμή του θέρους (επιστολή στον Ίωνα)», ποίηση-περιλαμβάνεται στην «4η Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2009

1 σχόλιο

  1. vaios fasoulas

    Άψογο, εμπεριστατωμένο, σχολαστικά προσεγμένο και περασμένο από το κριτικό κόσκινο της Ελευθερίας Μπέλμπα, το μελέτημα-δοκίμιο υπό τον τίτλο: «Κυκλικός οίστρος στις θάλασσες». Μια παρουσίαση της ποιήτριας, δασκάλα της ελληνικής φιλολογίας με πλούσιο έργο, διαβάζοντας ο αναγ-νώστης θα βρεθεί ως συνοδοιπόρος στο ταξιδιωτικό «καράβι» απολαμβά-νοντας και τις δροσερές ανάπνες της θάλασσας και την πνευματική αύρα που η αναλυτική εργασία της αφήνει αλλά και την έλξη-προτροπή που θα νιώσει διαβάζοντας το. Η Ελευθερία Μπέλμπα με το δοκίμιό της έχει επι-τύχει να δώσει στον αναγνώστη ανάλογα εναύσματα που οδηγούν σε έρευ-να δικών του αναλύσεων έτσι που η συγγραφέας μέσα και από το μελέτημα «Κυκλικός οίστρος στις θάλασσες» αποκτά και τον τίτλο της γοητείας της τέχνης…

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος