Ο Βύρων Λεοντάρης και η «ενοχή» της ποίησης

Ο Βύρων Λεοντάρης και η «ενοχή» της ποίησης

«Δεν έχω υπάρχοντα πια δεν έχω υπάρχοντα η βάρκα μου στάχτη στην άμμο Αγνάντεμα με την πλάτη μου στραμμένη στο πέλαγος Μια ζωή ανεπανόρθωτη» (Βύρων Λεοντάρης, ‘μόνον δια της λύπης).

viron-leontarisO ποιητής Βύρων Λεοντάρης στην συλλογή του που φέρει τον τίτλο ‘μόνον δια της λύπης’, αποκαλύπτει τον εσώτερο «κόσμο» (ουσία), της ποίησης, τη λιτή & ‘θρηνητική’ εκφορά της, τη «βουβή» υποστασιοποίηση της: ποίηση ‘δια της λύπης’, δια του διάκενου, δια της ανάδυσης λέξεων που ηχούν παράταιρα, διστακτικά, και όμως κανονικά. Στο ποιητικό του γίγνεσθαι προβάλλει ένας θάνατος (θα μπορούσε να ειδωθεί και ο έρωτας ως ‘θάνατος’ του ατομικού;)[1]  καμωμένος από ανθρώπινες πράξεις, δυνητικά «συγγενής» με μία ποίηση που περιλαμβάνει τα πάντα, ενοχές & λύπες, ατελεύτητες υπάρξεις και λεκτικές «υποψίες» (παίγνια) αλλαγής.

«Χάσματα του καιρού από κορμί σε κορμί ποια συνέχεια φαντάσματα χαδιών άδεια κελύφια από φωνές χειρονομίες και πράξεις λαγόνες στήθια που στραγγίξανε να ντύσουν νέες ψυχές κι η φτερούγα του αρχάγγελου ακουμπισμένη στην εξώπορτα ποιος γνώρισε ποτέ τη μάνα του παιδούλα Χάσματα του καιρού τα στοιχειωμένα διάκενα μες στη διαδοχή ο σάπιος σπόνδυλος και το σπασμένο σκαλοπάτι της σκάλας Τι να τις κάνω εγώ τις μνήμες μου τι να τις κάνω εγώ τις ρίζες μου όταν τα φύλλα  μου έλιωσαν στο χώμα».[2]

Το αρχικό ποίημα της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής θα μπορούσε να είναι και το ακροτελεύτιο της, η δομική του σήμανση, που, την ίδια στιγμή, που δεικνύει, αποκαλύπτει την ποίηση στη μείζονα διάσταση της: λεκτικά και νοηματικά θραύσματα που προσιδιάζουν σε «θραυσματικές» υπάρξεις, το ατελεύτητο, η συμπερίληψη του ‘μιαρού’ (ως εικόνας & ως πράξης), η αποκρυστάλλωση του πεδίου της επαναχάραξης  στάσεων.

monon-dia-tis-lipis«Τι να τις κάνω εγώ τις μνήμες μου τι να τις κάνω εγώ τις ρίζες μου όταν τα φύλλα μου έλιωσαν στο χώμα», αναφέρει ο ποιητής, εκεί όπου η ποίηση «εισχωρεί» στο πεδίο της μνήμης, της γενεαλογικής ταυτότητας για να  τα αποδώσει έκκεντρα, ‘αδιαίρετα’ & ‘διαιρεμένα’, υποκλινόμενα  στον «σιωπηλό» (‘στοιχείο΄ που επενεργεί) πόνο. «Όταν τα φύλλα μου έλιωσαν στο χώμα», εκεί όπου η ποίηση καθίσταται χρονική και ‘χωρική’, που θέλει τη μνήμη για να την προσθέσει με έναν πόνο φυγής και «λατρείας» ταυτόχρονα, που θέλει το χρόνο να στέργει στο μη-προφανές, που «αναπτύσσεται» χωρικά, λέξη προς λέξη, όταν «τα φύλλα λιώνουν στο χώμα», ήτοι όταν εγκαθίσταται δια της γραφής βαθιά στο χαρτί και στο σώμα, μετασχηματίζεται σε ‘μύηση’, κινεί & κινείται με τα ‘σπαράγματα’ των διαφόρων προσωπείων, «λιώνει» ως ιδιαίτερος κανόνας αλλά και ως υπέρβαση του τυποποιημένου κώδικα-κανόνα.

Ο ποιητής Βύρων Λεοντάρης θέλει τα «φύλλα» του διάσπαρτα από λόγο, όχι «σημαδεμένα» αλλά ισχυρά, ‘λειτουργικούς’ οδοδείκτες του σώματος πάνω στην ποίηση και της ποίησης πάνω στο σώμα και στο «αμάρτημα» του χρόνου. Και έτσι θα μπορούσε να καταλήξει η όλη ποιητική συλλογή, από την αρχή έως το τέλος ‘κολλώδης’, συγκεντρωτικά παράταιρης και όμως ιστορικής και ‘ανεπαίσθητα’ φιλικής, να συνηχεί με την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη: «δεν έχω γράψει ποιήματα, δεν έχω γράψει ποιήματα, μόνο σταυρούς σε μνήματα καρφώνω».

‘Εκβολές’ ενός τώρα που προσλαμβάνει χαρακτηριστικά ταφής, μίας πραγματικότητας μνημειώδους, ιστορικής σημασίας, που, την κρίσιμη στιγμή, συνιστά «πρόσωπο» (που αντανακλάται) στο ποιητικό  πράττειν. «Μόνο σταυρούς» για αυτούς που ‘έφυγαν’ αλλά και για αυτούς που μένουν, το βάρος των οποίων ενέχει η ποίηση. Μίλτος Σαχτούρης & Βύρων Λεοντάρης συγκροτούν μία σημαίνουσα ‘raison d etre (λόγος ύπαρξης) της ποίησης: το πραγματικό εν θλιμμένω χρόνω, εν (ποιητικά-λειτουργικά-βαθιά) καιρώ σχεδόν «αφωνίας» και εσωτερίκευσης.

Ο ποιητής, ‘κτίστης’ της δικής του πραγματικότητας, εκπέμπει τη δική του ποιητική στιγμή, προσδιορίζει το ‘χώρο’ του, καταστρατηγεί μνήμες & ενώσεις με τις «χρονίζουσες» προσδοκίες, «δομεί» μία λύπη υπόκωφη, τολμηρή, που είναι και ταυτόχρονα μία ‘μνήμη’ επιθετική εντός ποίησης. Στην ποιητική του συλλογή ‘μόνον δια της λύπης’, εισέρχονται οι λέξεις ως διαμορφούμενα πιόνια που κινούνται, τοποθετούνται και κερδίζουν ‘πεδία’, το στόχο (επίδικο) της ποίησης και του ποιητικού γίγνεσθαι να «μετασχηματιστεί» σε απτή επιθυμία ζωής αλλά και τολμηρής ψηλάφησης ενός θανάτου, που, ό,τι κλείνει, το κλείνει στη γη, στο χώμα των προσμείξεων.

Η ‘Casur’ (η ιδιαίτερη ποιητική τομή του Χέλντερλιν), στον ποιητή Βύρωνα Λεοντάρη είναι η τομή μεταξύ ανθρώπων που σε διάφορες στιγμές του βίου, ‘πάσχουν’ & εκλείπουν, ελλειπτικά παρόντες: «Και νιώθουμε τον ίλιγγο να φανταζόμαστε γυμνό το Βερλαίν μπροστά στην πόρτα του εραστή του. Να κάνουμε στο Δον Κιχώτη ένα στεφάνι από γύψο και βασιλικό. Να σπάσουμε το παιδικό λιβάνισμα του Προμηθέα και να κερνούμε ένα τόσο κατανοητό εκμαγείο της φευγαλέας σκηνής του θανάτου. Κι ο φόβος μας βυθίζει σαν μια πέτρα πληγωμένη στις λιμνούλες των ματιών. Φοράμε το μανδύα ως το στόμα και σβήνουμε το βράδυ, κατάλοιπο ήδη της αναχρονιστικής αυγής».[3] Ο Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο, όπως και ο Βύρων Λεοντάρης, παλινδρομεί στις ‘πλάκες’ ενός λογοτεχνικού-ιστορικού παιγνίου. Και τι είναι αυτό που θα  μπορούσε να μείνει; Μία θανάτωση των προκείμενων.

«Kαλύτερα λοιπόν με τις Σειρήνες ένας ατόφιος θάνατος παρά δεμένος τώρα στο κατάρτι μέσα σ’ ένα βαρέλι αλκοόλ και να θαλασσοδέρνεται μερόνυχτα η Φλόριντα ξυλάρμενη μ’ ένα μάταιο Μισολόγγι στοιχειωμένο στα ξάρτια της να μπαίνει κάποτε στον Τάμεση όπως λεπρός μες σε μητρόπολη και τ’ άλογα να καλπάζοντας να φεύγουν για το Νότιγχαμ τ’ άλογα που δε φτάνουμε ποτέ στο Νότιγχαμ γιατί κανείς μας δε γυρνάει ποτέ ως τις ρίζες του Λίγο πιο δώθε πάντα σε κάποιο Χάκναλ Τόρκαντ όλοι θα θαφτούμε».[4]

Ένα ταξίδι για τον ποταμό Τάμεση του Λονδίνου και για την πόλη του Νότιγχαμ, μαζί με τις αποσκευές της ποιητικής ρήξης, που, όσο περισσότερο  «ανοίγεται», τόσο περισσότερο περιλαμβάνει σταθμούς, κινητοποιεί αισθήσεις, «αναγγέλλει» το τελευταίο πεδίο (ένας θάνατος καθημερινός) αλλά και την αρχή του λόγου, της δικής της στοιχειοθέτησης των πραγμάτων. Και ο ποιητής επιδιώκει να πετύχει το στόχο του: την άρθρωση μίας πορείας των υποκειμένων, μεταξύ σφύρας & άκμονος, αντίφασης & σύνθεσης, ιδιωτικής «πολιτείας» & πολιτικής, εντός ποίησης και εντός κάποιου «Χάκναλ Τόρκαντ», επικράτεια όπου, πέρα από έναν θάνατο φυσικό, διαχέονται η διεύρυνση των ορίων, που είναι ο ίδιος τρόπος για να ειπωθεί η ποίηση, να «ενσταλάξει» το σπουδαίο μύθευμα και την αμείλικτη πραγματικότητα, την εμπροσθοβαρή κανονικότητα.

Θα μπορούσαμε να πούμε, παραπέμποντας στον Τίτο Πατρίκιο, ότι μεταξύ Φλόριντας, Μεσολογγίου, Λονδίνου & Νότιγχαμ, «σε βρίσκει η ποίηση» ως υπαρκτό υποκείμενο.

«Δάκρυα φιλιά στου κρεβατιού την πλώρη αγάπη μου, για που τραβάμε ονειροπλόοι, Φρενίτιδα γυναίκα απελπισμένη για μας τι πια σημαίνει η λίμνη Τρασιμένη Μη λογαριάζεις τι ήμουν δεν ήμουν δεν ομοιοκαταληκτώ με τη ζωή μου».[5]

Κι ο ποιητής «αφήνεται» στο ‘σώμα’ της ποίησης, αίρει αναστολές γραμμικότητας, μετουσιώνει τη γραπτή του ‘κατάληξη’ μεταξύ της αλληλουχίας του «ήμουν» & του «δεν ήμουν», του χθες και του τώρα, της πράξης που σημαίνει & της ανυπαρξίας που όσο «βυθίζεται» («χάνεται») άλλο τόσο σημαίνει. Η ποίηση του Βύρωνα Λεοντάρη προσδιορίζεται ως κατασκευή νοημάτων, γραφή  καταγγελτική του περιώνυμου ‘κάλλους’, (και της καθωσπρέπει πολιτικής-ιδεολογικής πυγμής), ποίηση που αποκαλύπτει κόσμους, που μετουσιώνει τη λύπη σε κατηγορία αναφοράς, ή θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, «μετασχηματίζεται» σε λύπη, σε ενσώματο και μη μήνυμα προς τους άλλους, τους πολλούς.  Αυτό που δεν «ομοιοκαταληκτεί» είναι η ζωή του, η ποίηση του στους σημερινούς ιστορικούς (και δι-ιστορικούς) κρισιακούς καιρούς της ‘λογικής’ & ‘ορθολογικής’ φθοράς.

Για να κλείσει: «μη ελπίσεις παρ’ εμού ούτε στίχους ούτε άλλο τι· μόνον δια της λύπης είμαι εισέτι ποιητής».[6] Με αυτόν τον τρόπο κλείνει η ποιητική του συλλογή ‘μόνον δια της λύπης’, λιτά, καθολικά, εντός μίας λύπης ‘διάστικτης’, στοχαστικής, που τρέφεται από το «γύρω», από τα ‘ερείπια’.  Αυτό που δεν τελειώνει είναι η ποίηση ‘μαζί’, άλλοτε λυπητερή και άλλοτε σχεδόν ενστικτωδώς φυσική και παρορμητική. Ο Βύρων Λεοντάρης δίδει χώρο και μέτρο στην ποιητική του συλλογή και στην ποίηση, κινούμενος εξ αρχής σε ένα πεδίο «διακεκαυμένο» και ατελές, (που αναδιαμορφώνει ταυτότητες) με θανάτους και ζωές «απώλειας», εντασσόμενος στην κοινότητα των ποιητών, όχι απλά μέσω της λύπης, αλλά και διαμέσου της ενοχής και της συνενοχής. Η ποίηση του (και η ποίηση γενικά) είναι πράξη και κατάθεση.

 

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

_____

[1] Μία ιδιαίτερη ένωση προσώπων & σωμάτων, ‘καταυγασμένου’ πόθου, πέρα και πάνω από τις ‘καρμικές’ προδιαγραφές του. Η ποίηση συνιστά έρωτα δια της λεκτικής εκφοράς, της απόδοσης τιμών στο φαινομενικά παράλογο, της προβολής μίας ‘εντοπιότητας’ που ελκύει. Η ελκτική της δύναμη έγκειται στο ‘μέσα’ & στο ‘έξω’ της.

[2] Βλέπε σχετικά, Λεοντάρης Βύρων, ‘μόνον δια της λύπης’, Δεύτερη Έκδοση, Εκδόσεις Έρασμος, Αθήνα, 2006, σελ. 7. Η ποίηση του Βύρωνα Λεοντάρη με τον τρόπο που εκδιπλώνει τα στοιχεία της ενέχει μία «άγρια» προσωπική μελωδία, μία ξαφνική «μουσικότητα» που πηγάζει από τον πυρήνα της ποίησης: τη δύναμη της ίδιας της συνενοχής, διότι αυτή είναι και η ελκτική της δύναμη. Η συνενοχή στο μίκρο & στο μέγα, στην περιώνυμη «κάλυψη» των «αβράκωτων», στα συναισθήματα που ‘γεννά’ (παράγει) η βιωματική εν-συναίσθηση και  παρατήρηση, η ιδιαίτερη μη-γραμμική αντίληψη. Το συνεχές της ποίησης και τα προκείμενα του εγκιβωτίζονται στο μη-συνεχές της ζωής και του ιστορικού χρόνου.

[3] Βλέπε σχετικά, ‘Χουράδο Μορένο Χοσέ Αντόνιο, ‘Στη γλώσσα της άλλης μητέρας’, Εκδόσεις Αστρολάβος/ Ευθύνη, Αθήνα, 1998, σελ. 11.

[4] Βλέπε σχετικά, Λεοντάρης Βύρων…ό.π, σελ. 12.

[5] Βλέπε σχετικά, Λεοντάρης Βύρων…ό.π, σελ. 15.

[6] Βλέπε σχετικά, Λεοντάρης Βύρων…ό.π., σελ. 23.

Κράτα το

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος