Τα κοινόχρηστα, της Κωνσταντίνας Τασοπούλου

Τα κοινόχρηστα, της Κωνσταντίνας Τασοπούλου

ta koinoxristaΜα τι όμορφο βιβλίο που ήταν! Δεν το λες ούτε συλλογή διηγημάτων ούτε μυθιστόρημα. Με κεντρικό άξονα τα κοινόχρηστα, οι ένοικοι μιας πολυκατοικίας μας αφηγούνται την ιστορία τους: ένα παιδί που τη μοιράζουν οι χωρισμένοι γονείς της σε δυο σπίτια (μα τι ωραία που απέδωσε η συγγραφέας τον παιδικό μικρόκοσμο, με τις απορίες του και τα γιατί του), ένα ζευγάρι με μέθυσο άντρα και αποφασιστική γυναίκα που ρίχνει το μωρό τους για να μη γεννηθεί σε ένα τέτοιο περιβάλλον, μια κωφάλαλη κοπέλα που προσπαθεί να προσαρμοστεί στη ζωή (μα τι ωραία που μας αποκαλύπτει η συγγραφέας σιγά σιγά ότι η κοπέλα είναι κωφάλαλη, δεν πήγε ο νους μου καθόλου, πολύ καλή λεπτοδουλειά), ένας Έλληνας μετανάστης που μάζεψε χρήματα στην Αμερική και τώρα γύρισε για να πεθάνει στην πατρίδα του κι έπεσε στην ανάγκη των συγγενών του που ουσιαστικά τον πέταξαν σε αυτό το διαμέρισμα, ένας παραμορφωμένος άντρας που συγκατοικεί με τη μητέρα του, αγαπώντας(;) αυτήν την κατάρα να μένει με έναν άνθρωπο που, όπως νομίζει, του χάρισε αυτό το απαίσιο στίγμα στο πρόσωπο κι η μητέρα του, Κέρβερος σωστός, ανάγωγη και δεσποτική, ένας ξιπασμένος πάλαι ποτέ γόης, που επίσης κατέληξε να ζει μόνος και ξεχασμένος σε ένα στενό διαμέρισμα, μια ηλικιωμένη θρήσκα γυναίκα που ζει μόνη με το σκυλί της, και φυσικά ο διαχειριστής που συνδέει αυτές τις ιστορίες με τη δική του ερωτική ιστορία.

Εξαιρετική επιλογή θεμάτων-ιστοριών, πάρα πολύ καλό γράψιμο και στυλ, συγκινητικό, ρομαντικό και κάπου (ελάχιστα) αστείο. Άνθρωποι σημερινοί, γνώριμοι, απελπισμένοι και τόσο μόνοι συνθέτουν το παζλ μιας μικρογραφίας της κοινωνίας. Καλοδουλεμένο κείμενο, μου έκανε εντύπωση πώς χειρίστηκε η συγγραφέας το θέμα των κοινοχρήστων, δεν τα σφήνωνε σε άκαιρες θέσεις, με το ζόρι να φανεί ο συνεκτικός δεσμός, απλώς τα κάρφωνε στον τοίχο και έλεγες ότι πάντα ήταν εκεί, απλά δεν το έβλεπες γιατί δεν σε άφηνε η πένα του λογοτέχνη να το δεις. Πολλές ιστορίες κι όμως όλες διαφορετικές, όλες καλογραμμένες, συγκινητικές, αληθινές. Και ένα κείμενο απίστευτα καλογραμμένο και σκεπτικιστικό. Η συγγραφέας ντύνεται κάθε φορά ένα διαφορετικό κοστούμι, μας αφηγείται μια εντελώς διαφορετική από την προηγούμενη ή την επόμενη ιστορία. Δυστυχώς το μόνο που δε μου άρεσε ήταν η κεντρική ιστορία του διαχειριστή και της γυναίκας που γνωρίζει και ζουν έναν έρωτα-πάλη, με τα πάνω του και τα κάτω του. Η περισσότερη ιστορία εκτυλίσσεται μέσω τηλεφώνου ή μηνυμάτων και δεν έχουμε και πολλή δράση αλλά γενικά δεν έχουμε και κάτι ουσιαστικό να έχει συμβεί μεταξύ τους. Καλή η χρήση των σκηνών που συνδέουν τις ιστορίες των ενοίκων της πολυκατοικίας με τις φάσεις της ερωτικής ιστορίας του ζευγαριού αυτού αλλά τίποτε άλλο. Βασικά ήταν τόσο ωραίες οι άλλες ιστορίες που δεν έδωσε σημασία σε αυτήν. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα!

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Να ζήσει ήρεμη ζωή προσδοκούσε, να περάσει ήσυχα τον καιρό του, να κυλήσει ο χρόνος απλά, ουδέτερα, έστω και λίγο άνοστα, έστω και λίγο ανάλατα, τουλάχιστον έτσι δεν κινδύνευε να πέσει υπερβολικό αλάτι πουθενά» (σελ. 14).

«Ενθουσιασμός, έρωτας, ταύτιση, πάθος, αγάπη, επικοινωνία, συμβίωση. Με τον ερχομό αυτής της τελευταίας άρχισαν να υποχωρούν κάποια από τα πρώτα, ν\’ αποδυναμώνονται…Ήξερε ότι αλλιώς σε πλησιάζει ο έρωτας, αλλιώς σε καλωσορίζει, άλλη μάσκα φορά στην αρχή του πάρτι και άλλη όσο η βραδιά συνεχίζεται. Μα αυτό δεν ήταν απαραίτητα κακό» (σελ. 16).

«Όταν το χαμόγελο νιώθει συμπάθεια, συμπάθεια εκπέμπει. Όταν η κίνηση περιέχει αγάπη, αγάπη θα εκφράσει. Όταν τα μάτια νιώθουν έρωτα, έρωτα θα ακτινοβολήσουν. Για την ακρίβεια, τα μάτια ακτινοβολούν μόνο όταν νιώθουν έρωτα» (σελ. 84).

«Ίσως να είναι όντως η μυρωδιά η εντονότερη αίσθηση. Σίγουρα είναι το 1/4 των αισθήσεων στον δικό τους κόσμο. Σε αυτόν που φτιάχτηκε όταν οι δύο έγιναν ένα και καταποντίστηκε όταν οι δύο έγιναν ένας. Αστείες που είναι οι λέξεις, παιχνιδιάρες. Ένα μόνο σίγμα, τελικό, μπήκε στη λέξη ένα κι αμέσως άλλο το νόημα… Αστείες οι λέξεις, γελοίες, δευτερεύουσες, σαν παιχνίδι» (σελ. 89).

«Μακρινή χώρα η Αμερική, έτσι όπως κοίταζε τον παλιοχάρτη στ’ αριστερά, μακρινή και μεγάλη… Το πλοίο μεγάλο κι αυτό, τεράστιο, θεόρατο, να χωρέσει απελπισμένο κόσμο, να στοιβάξει ταλαίπωρα κορμιά, που εξαντλημένα φορτώνονται και πάνε για να κουραστούν. Υπερωκεάνιο με πολλούς ορόφους, με πολλές καμπίνες, με πολύ χώρο, να μεταφέρει την κατάντια, να μπει κάπου κι η ελπίδα» (σελ. 105).

«Ο έρωτας, όταν είσαι 16, έχει την αγωνία ότι δεν το έχεις ξανακάνει. Γύρνα ανάποδα τα νούμερα και ο έρωτας έχει την αγωνία μήπως δεν το ξανακάνεις, μήπως δεν προλάβεις. Ίδια η ποσότητα της αγωνίας, άλλη η ποιότητα. Στα 16 δεν ξέρεις τι πας να συναντήσεις, στα 61 ξέρεις πολύ καλά τι πας να χάσεις» (σελ. 165-166).

«Υπάρχει κάτι χειρότερο από τον καημό για τα χρόνια που πέρασαν: ο φόβος για τα χρόνια που έρχονται. Θα είναι πολλά; Θα είναι αρκετά; Θα είναι καλά; Πώς θα είναι; Σκληρότερος από την απόγνωση για όσα πέταξες είναι ο φόβος για όσα τρέμεις ότι δε θα σου ξανάρθουν» (σελ. 178).

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος