Επιλέξτε Page

Τα στερνά της αυγής

9.03.2018

 

Καταμεσής του χρόνου, λίγο μακρύτερα από την ατραπό του

και αποφάσισαν οι Θεοί τα υπόλοιπα,

όμως έξω απόμεινε η τύχη,

ωσάν παρθένα μωρά. (ή)

Άρπαξαν τα νύχια της Αρπύιας

όλη την ομορφιά της καλοσύνης – της ζωής.

Δυο τρία κλαράκια μυρτιάς για καλημέρα

στα σκαλιά σου έχω αφημένα ζωή

τα χείλη σου όπού΄χει ανάγκη ο ήλιος

για να απλώνει πάνω στη γη το χρυσό του.

Α, που η άμμος αβάσταχτα χάνεται

και το λιθάρι πόθο βαθύ λησμόνησε

χαζεύοντας το μάρμαρο το σμιλεμένο

από χέρι αδρό κι αντρίκιο

με καρδιά παιδιού, άβγαλτου στην αλάνα.

Χωρίς ωφέλεια, κι όμως έτοιμος πάντα για χρήση

σαν τη γροθιά τ΄ ανέμου που κρατάει το σύννεφο

κι οσμίζεται η καταιγίδα

ο μισεμός για πάντα.

Ανάρια εδώ κάτι σπιτάκια μικρά σιωπηλά

με αυλές μπροστά, κι ασβεστωμένα σκαλιά

που η σκιά τους περισσότερο φαίνεται

έπειτα δυο φωνές σκυλιών που αντήχησαν το πέρα μέρος.

Βήματα ψάχνω,

και να, που σε ανατολές με φτάσαν κάποια βράδια,

για να  ξαναβρώ το φως που με οδήγησαν

ξανά ν΄ αντικρύσω,

αλλιώτικα

σήμερα πιότερα σοφά.

Θεριό το δέντρο πιά, που απάνω του είχα μια καρδιά χαραγμένη

πάει, χάθηκε στης φλούδας του το ρετσίνι

κι είχα βαρκάκι φτιαγμένο τότε από ΄κείνη

με πανί, καρένα, κόκκινα , πεύκου που τριβόταν στην πέτρα.

Πόσα χέρια άλλαξε ο παράς μου

ας μη πουλιόταν, είχανε, κι έχουνε να πουν

πληθωρικός πιά, με λιγότερη αξία.

Έτσι τα μάτια μου βλέπουν το κομίζον,

απλώνει το χέρι από μονάχο του

στην απαίτηση.

Τη νύχτα που λευτερώνεται το μέσα μας

γίνονται όλες οι πράξεις,

μα η αφαίρεση περισσεύει.

Στην αγκαλιά μου, η στιγμή της

είναι που θέλει να συμβεί, κι αυτή το ξέρει

σα θηλυκό, και σαν ζωή στου χρόνου το ποτήρι,

και ΄κείνη είναι που μου δίνει να το πιώ…

εσύ ζωή, κι εσύ κουράγιο…εσύ δύναμη,
κι εσύ το αύριό μας, ολωνών…

…στρέφει τα μάτια στα ψηλά, κοιτάζει σύννεφα
παίρνει το χέρι άνεμο και στέλνει μήνυμα,

έχει αυγή στα στήθια ήλιο βλέμμα, κι όμως δεν ξέρει
από που αρχίζει ποιος, και πού το τέρμα….

…διάλεξε εσύ καλύτερα γνωρίζεις,
ζωή θαρρείς πως ξέρεις δεν ορίζεις

πως είναι η ανάσα και τι μέσα έχει,
τ΄ ανθρώπου το καντήλι το κατέχει

κι εκείνο άλλος τό΄χει γιομισμένο,
ο χρόνος που με δείχνει μεθυσμένο,

στη νιότη μέσα του τρανό
και στο μεγάλωμά του ίσως νήπιο…”

Δεν ήξερα το μυαλό που να βάλω,
χώρια που έβραζε και το αίμα,
κι από χέρια που να στύβουνε και την πέτρα
μα όρισε η κατάρα πρότερα χωρίς να γνωρίζω
και τώρα Θεέ να μην ήξερα,
το μακάρι σου στην άγνοια που ταξιδεύει καλύτερα, επιβάτης

κι αν όσα περίσσια ξέρεις, περίσσια βάσανα τραβάς
το άσχημο και το κακό δεν θέλω…
ούτε και την προετοιμασία του,
με το καλό πορεύεται η ψυχή, κι όπου τη βγάλει,
καντήλι πια του καθενός και λάδι του,
όπου η μοίρα μοίρανε, κι όσα η ζωή έχει ορίσει….
όλοι καλοί κι αντάμα πάλι…
όλοι παρέα στο αεί…

Εκείνη πιά που διαθήκη λέγεται στην ώρα της
που κανείς δεν ξέρει ποια θα ’ναι, ας γραφτεί.
Καμιά φορά ξορκίζεται η συμφορά πάνω στην ώρα,
ενός  Θεού το θάμα είναι μονάχα αρκετό
εκείνη την τιμωρία όμως ποτέ μου δεν κατάλαβα
που έπειτα έρχονται και τα άλλοθι, κι οι παρηγόριες
χωρίς να σκέφτεται κανείς το μοιρολόι
το πριν την ώρα του ειπωμένο,
γιατί έκλαψες προηγούμενα με τα πεσκέσια του κομιστή
που μαθημένος είναι
από χαρά σε λύπη να διαβαίνει μ΄ ένα βήμα

Νηστεύσαντες και μη, όλοι θα μεταλάβουμε ζωή
άλλος πολύ – άλλος λιγότερο
βουτηγμένη στο φαρμάκι.
Κάποιοι θα ονομάσουνε δοκιμασία τη διαφορά
κι άλλοι μπορεί να στέκουνε αδιάφορα στην απελπισιά
που δεν τους έχει ακόμα απαντήσει

Ήτανε τότε που έφτιαχνε τη γέμιση,
κι έβαζε βάγια , να κάνει η όρεξη δρόμο για το κρασί.

Ήτανε τότε που τον ξεγένναγε η μαμή στο σπίτι
με τις κυράδες της γειτονιάς
Κι ήρθε και ρώταγε μετά…
μοιράνατε τις μοίρες;
πάνω απ΄ του μωρού το προσκεφάλι,
τι να ΄ταν το γλυκό, τί το ασήμι ;

Της ώρας μου και της στιγμής το άχτι
και του χρόνου το άδικο κι ανείπωτο ακόμα
πάνω στα δύο τέρμινα δίχτυ απλωμένο
σ΄ ανοιχτού γιαλού την αγκαλιά,
κι ο καιρός αγχωμένος
που να έχει παρασύρει μαζί του τη  μοίρα
τόσο που κι οι γριές δεν κάθονται πιά στις πόρτες
και  μείναν οι καρέκλες  αδειανές πλάι στα βασιλικά.

Σάββατο μεσημέρι κι άδειος  ο δρόμος
να περιμένει κι αυτός βήματα παλικαριών με ροζιασμένα χέρια
κι ιδρωμένο το μαντήλι το κεντημένο από τα χέρια της αδελφής.

Απόσωσε πιά η ζωή, κι έχει χαρά φυλαγμένη  στον κόρφο,
για τα στερνά που εκείνη μονάχα ξέρει,
μην άργησε που λένε η καλοσύνη;
την είδαμε σαν που έγινε,
κι ας μην την γευτήκαμε ακόμη,
είναι που όπου έχει στερημένο μοιράζει,
κι έχει θαρρεί κανείς, πολλούς να γυρίσει,
να τρίψει ανάμεσα στα χέρια τη μυρωδιά να πέσει.

Νεράιδα κι αυτή,
πολλές φορές θα πας στο δάσος, μια θα τη δεις,
κι αν το θελήσει,
ίσως και των μαλλιών της το χρυσάφι σ΄ ακουμπήσει μια στιγμή.

Τα πέπλα της άγγιγμα στις άκρες των δέντρων,
πάνω στο πέταγμά της γιομίζουνε οι καρποί,
εκεί που αφήνει μιαν άχνα πίσω της,
κι ίσα που φαίνεται στο λυκαυγές της χαραυγής προτού χαθεί
γιατί παίρνει σειρά ο ήλιος.

Εκεί που σμίγει δύση με ανατολή,
κι είδα τις αλήθειες
τα κτητικά, την ομορφιά, το ίσως,
και στου ξαποσταμού την αγκαλιά κανείς
πήρα σκουφί και χτύπησα
σκόνη γιομίσανε τα ρούχα
κι όταν την άλλη μέρα έφεξε ξανά
γιομάτα από χρυσές ματιές μου μοιάσαν
θα ΄χα λες  χορέψει στων ξωτικών τα χέρια.

Κρίμα στον καιρό που χάθηκε ερήμην,
κρίμα στη στιγμή που δεν κράτησε να διαβαίνει.

Ναι στη ζωή, που ανάγκη το ήθελε στην ανατολή
κι αν πως η αφή δεν κράτησε όλα τα νοιώθω της στιγμής
για να το μαρτυρήσει στις υπόλοιπες αδερφές της.

ήτανε που αλλιώτεψε το φεγγάρι και είχε ο ήλιος
αλλού το πρόσωπο
ή η γη μας, εξέλειπε.

Ήταν οι στιγμές που η θάλασσα περνούσε το βράχο,
Αιώνες, ως να εισχωρήσει μέσα του,

Θηλυκό
για να ανατρέψει με τον λόγο, της φύσης τη συνθήκη
και να γενεί αντίθετα το “κακό”

Της μεγίστης στιγμής η συναίνεση

που αμέτρητα χρόνια κρατεί, Άνθρωπέ μου…
Εκείνοι που πρόδωσαν,
για τ΄ αργύρια και το χρήμα
στης σκλαβιάς τους το μίζερο θ΄ απομείνουν,
κι απάνω στην εποχή που δεν έχει για να μοιράσει
θ΄ αρχίσουνε να παραπατάν

όπως οι ετοιμοθάνατοι,
με το μολύβι στα  στήθια, ανταμοιβή στη βλακεία.

Έδωσε τα μισά υπάρχοντά του πιά ο καθείς
στην αναίδεια,
κι αν τα λόγια δραπετεύουν από τα χείλη
ξελογιάζοντας τις βραδιές,
στα σιγανά – στα σιωπηλά θα αναληφτούν οι αλήθειες
την ώρα που θα έχει το χέρι του ο Θεός στο μέτωπό μας.
κι ο θάνατος πιασμένος θα είναι, χέρι με χέρι με τη ζωή,
πράμα που στα πιο άσχημα συμβαίνει.

Έλα, και τι να πούνε οι άλλοι;
πως να φωνάξουν και να ονομάσουν αυτό που δεν φαίνεται,
κι όμως είναι από μακριά ορατό, βαθιά μέσα μας.
Ακόμα μοιάζεις με “κλέφτη” της άνοιξης
που σέρνει τ΄ αγέρι, ώσπου τη φύτρα σου να βρεις,
από παντού, κοιτά να σε πιάσει το κάθε χέρι
μπας και σ΄ αρπάξει τη γλύκα ή το δηλητήριο που βαστάς.

Ψυχή, κι ακούστηκε βόμβος
λες κι η  καρδιά ξεστόμισε λόγο
με το κόκκινο στα χείλια
και τρόμαξε το σύννεφο που απλώνει το γκρίζο στον ουρανό
καθώς φτιάνει ευθείες φωτός
συνουσιάζοντας τον με τη γη.

Στης πασχαλιάς τη μυρουδιά θυμήθηκα τ΄ όνειρο
και μέριασε η ανάσα στο στήθος για να βγει ο ανθός

– από ΄κεί που πορεύεται τ΄ άστρο να πας,
από ΄κεί που ο ήλιος σηκώνεται να θωρείς…

 

γράφει ο Μανώλης Τόγιας

Ακολουθήστε μας

Εξωτερικός Παρατηρητής

Εξωτερικός Παρατηρητής

Θέλω να ζήσω σε ένα ψέμα Σε αυτό που μόνο εγώ θα υπάρχω δίχως ανθρώπους  Δίχως πόνο ή χαρά Μόνο ψέμα  Όλα να είναι Θεός και εγώ ακόμη  Όλα να είναι σαν αλήθεια παγερή και όμορφη Μόνο εγώ στο ψέμα  Με ένα τσιγάρο και μια ανάμνηση Γιατί δεν ήρθε ποτέ αυτή η μέρα; Γιατί...

Μπαλάντα στους ένδοξους ποιητές του αιώνα

Μπαλάντα στους ένδοξους ποιητές του αιώνα

Ποιητές εξωφύλλου, με πόζα σκεπτόμενου. Αυτό είμεθα αγαπητοί μου. Θλιβεροί λόγιοι μανεκέν και μανεκέν λόγιοι, χωρέσαμε ολόκληρο καρδιογράφημα στο σχηματισμό αυξομείωσης www.com. Επαγγελματίες ποιητές μερικής απασχόλησης. Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί: «Ποιο μανεκέν...

Ο χρόνος κι ο καιρός

Ο χρόνος κι ο καιρός

Πέρασε τώρα ο καιρός να μην φοβάσαι κι αυτό το μούδιασμα  του πόνου που θυμάσαι μια ζάλη είναι, π’ αντιστέκεται στην σκέψη   Πέρασε τώρα ο καιρός να μην γκρινιάξεις τον εαυτό σου ερειπωμένο να κοιτάξεις αν χρειαστεί, δωσ’ του μια ανάμνηση να παίξει   Γιατί...

Acqua

Acqua

Η θάλασσα σκοπός γι’ αυτούς που δεν φοβούνται Ν’ αγγίξουν τον βυθό κι ας μην ξαναγυρίσουν Στην έρημη ακτή τα πάντα λησμονιούνται  Ο βράχος πάπλωμα σκληρό Η άμμος το σεντόνι  Αέρας που σφυρά στ’ αυτιά Τις σκέψεις σου σαρώνει  Οι γλάροι που πετούν ψηλά Τα κύματα κοιτάνε...

Ο κοσμικός ταξιδιώτης

Ο κοσμικός ταξιδιώτης

Στο στέρφο αμπέλι φύσηξε κρύος ο βοριάς, την ώρα του φωτός της τελευταίας αχτίδας. Ματιά υγρή, από ταξίδι, θαρρώ, πως έρχεται μακρύ,  ξανθή˙ στο χρώμα της σταφίδας.   Ο ξένος ψάχνει για μια γη, στάση να κάνει… λίγη θαλπωρή…  Της ιστορίας το κουβάρι του σα...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ο κοσμικός ταξιδιώτης

Ο κοσμικός ταξιδιώτης

Στο στέρφο αμπέλι φύσηξε κρύος ο βοριάς, την ώρα του φωτός της τελευταίας αχτίδας. Ματιά υγρή, από ταξίδι, θαρρώ, πως έρχεται μακρύ,  ξανθή˙ στο χρώμα της σταφίδας.   Ο ξένος ψάχνει για μια γη, στάση να κάνει… λίγη θαλπωρή…  Της ιστορίας το κουβάρι του σα...

Monty

Monty

Εγώ που σ' αγαπώ σου υπόσχομαι να τρέξω αν τύχει και προσέξω πως έχεις πληγωθεί Κι η γη κι ο ουρανός δεν θα 'χουν σημασία θα ‘ναι χωρίς αξία μάρτυς μου ο Θεός   Εγώ που σ' αγαπώ αν χρειαστεί θα διώξω του ουρανού το τόξο το φως θα παραβγώ Σε μια σταλαγματιά θα...

Πέρνα με

Πέρνα με

Πέρνα με. Μη με κοιτάς στη διαδρομή  και μην χρεώσεις τη βροχή στον ουρανό. Το ξέρουμε και οι δυο πως και την πιο μικρή ψιχάλα  την έφεραν τα μάτια μας όταν συνειδητά αλλάξαμε πορείες.   Πέρνα με, μα μην προπορευτείς. Θυμήθηκα τα χρόνια μας. Νέα ανάσα. Ξημέρωμα...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου