(Δημοτικού αναμνήσεις)
Δεν θέλω αυτό (το κομμάτι) να είναι πολύ προσωπικό·
πολύ απογυμνωτικό.
Ούτε θέλω να «καρφώσω» κάποιον·
κανείς δεν συμπαθεί τα «καρφιά».
Ένας νόμος της ζούγκλας, ένα ξελόγιασμα.
Νόμος φτιαγμένος να υπηρετεί τον ισχυρό,
να απομονώνει τον αδύναμο:
τον αποτρέπει να φτιάξει συμμαχίες, να στήσει ομοψυχίες·
αποθαρρύνεται απ’ το να προσεγγίσει άλλον ισχυρό,
να αγοράσει προστασία.
Υπάρχει μια βαθιά σοφία σ’ αυτό — βλέπε τους πιθήκους
που ανεβαίνουν στην ιεραρχία κάνοντας συμμαχίες
και σε αντάλλαγμα προσφέρουν χαρές σεξουαλικές.
Procrastination.
Αναβάλλω να μιλήσω αυτό για το οποίο άρχισα.
Τότε και τώρα, όποτε αγγίζω αυτό το θέμα,
κυριεύομαι από ντροπή.
Ντροπή και άγχος όποτε μιλήσω για αυτά, τα μακρινά και περασμένα,
τα χρόνια της μεγάλης θλίψης — έτσι ονομάτισα την περίοδο της πρωτοβάθμιας —
εσωτερίκευση της διαφορετικότητας, της μειονεκτικότητας.
(Η δεύτερη προκύπτει ως λογικό επακόλουθο της πρώτης.)
«Παναγίτσα μου, φύλα τη μαμά μου, τον μπαμπά, τη Γιώτα μας,
και εμένα με κάνεις καλό παιδάκι.
Σε παρακαλώ, κάνε με cool,
θέλω να νιώθω περήφανος.
Ευχαριστώ, Παναγίτσα μου.»
Ή κάτι τέτοιο, μέσες άκρες.
[…]
Ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς είπε:
«Κάτι παιδάκια σε άλλες γειτονιές πραγματικά δεν ξέρουν να παίζουν όμορφα.»
Αλήθεια είναι — είμαι οι άλλες γειτονιές.
«Σπρώχνουν, φτύνουν, τραβάνε, γρατζουνάνε, δεν νοιάζονται.»
Είμαι το έμμεσο αντικείμενο που εννοείται·
ήχος και συμβολισμός, κατάστηθη μαχαίρια.
Ένα τσίμπημα, πόνος, φόβος επιβίωσης, σφιχταγκαλιασμένα δόντια,
και μάτια που δεν εστιάζουν πουθενά.
Δεν είναι παραπάτημα, μον’ είναι ανθρώπου τσάκισμα.
_
γράφει ο Αργύρης Λάκκας








0 Σχόλια