Σκόρπιοι μες στα βάσανα,
μόλις μετά βίας ανασαίνουμε,
τις ώρες σε σειρά τις βάζουμε
και τις μετράμε,
μέχρι το ξημέρωμα.
Τρέχουμε άναρχα,
στους δρόμους.
Κάτι να προλάβουμε.
Μια μυστική οδύνη μας συνεπαίρνει,
μας πετάει σαν μια θύελλα,
ψηλά
και πέφτουμε σαθροί
και λαβωμένοι.
Τι στο μυαλό του να ‘χει ο άνθρωπος;
Ποια σιωπηλή συνθήκη,
της ζωής του το τιμόνι κυβερνά;
Κι εμείς σαν σίφουνες,
αστέρες,
με μια ταχύτητα φρενήρη,
διπλάσια από κείνη του φωτός,
ετοιμαζόμαστε να φτάσουμε ως τ’ άστρα.
Ως τον απέναντι,
της γειτονιάς μας δρόμο.
Ως μια εξέταση,
που το μυαλό μας κρίνει.
Ως έναν άνθρωπο,
που με τα λόγια του μας ντύνει.
Και μένουμ’ άδειοι.
Μισοί απ’ του λογισμού την καταβόθρα.
Τις λέξεις μας μασάμε,
γιατί τίποτα δεν έμεινε να πούμε.
Ούτε στο τέλος βλέπουμε,
μια φωτεινή πηγή.
Τα όνειρα πετάξανε,
σε μακρινά φεγγάρια.
Κρύφτηκαν στις λακκούβες τους
κι ισχνό το φως τους μες στη νύχτα.
Τα παραμύθια μας ξεχάσαμε,
αυτά που κάποτε ήταν κόσμος.
Μείναμε να προσμένουμε,
ένα λεπτό,
ένα κλάσμα της ώρας,
να μας χαρίσει λίγα δώρα.
Κι έτσι που ολόκληροι πνιγήκαμε,
στη μάστιγα της νέας εποχής,
ούτε χαρές πια δε θυμόμαστε
κι αλύπητα μας θάβει ο χρόνος.
_
γράφει ο Αλέξιος Πολυχρονόπουλος








0 Σχόλια