Φυλετικές διακρίσεις και ρατσισμός
Γλώσσα και Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου
Κριτήριο Αξιολόγησης
–
Όσον αφορά στις διακρίσεις, παρά το γεγονός ότι ο όρος αναφέρεται τόσο στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1948, όσο και σε άλλες διεθνείς συμφωνίες, δεν υφίσταται ένας ακριβής και εμπεριστατωμένος ορισμός. Αντιθέτως, τα διεθνή ή και περιφερειακά όργανα δικαιωμάτων του ανθρώπου, εμπεριέχουν ορισμούς ανάλογα με το ποια μορφή διάκρισης αντιμετωπίζουν (π.χ. διακρίσεις κατά των γυναικών/ φυλετικές διακρίσεις κτλ.).
Οι διακρίσεις μπορούν να λάβουν πολλές μορφές. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για:
– Την άμεση και έμμεση διάκριση. Με κριτήριο τον τρόπο άσκησής τους, ως άμεση διάκριση, ορίζεται μια λιγότερο ευνοϊκή ή επιζήμια μεταχείριση ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων, στη βάση ενός χαρακτηριστικού όπως η φυλή. Έμμεση διάκριση, υπάρχει όταν μια πρακτική, κανόνας, απαίτηση ή όρος, εμφανίζεται να είναι ουδέτερος, αλλά έχει δυσανάλογο αντίκτυπο σε συγκεκριμένα άτομα ή ομάδες.
– Την αντίστροφη διάκριση (“reverse discrimination”) ή θετική/καταφατική δράση (“positive action”). Μολονότι, η αντίστροφη διάκριση είναι ένας όρος ευρέα διαδεδομένος, δεν υπάρχει ένας παγκόσμια κοινά αποδεκτός ορισμός. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει μεροληπτικές πολιτικές ή πράξεις που ωφελούν μια ιστορικά κοινωνικοπολιτικά μη κυρίαρχη ομάδα (π.χ. μειονότητες). Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα μέσο/ εργαλείο εξάλειψης της διάκρισης. Πόσο όμως νομιμοποιημένος μπορεί να είναι ένας όρος που χρησιμοποιεί αυτό που θέλει να καταπολεμήσει ως όπλο για την αντιμετώπισή του;
Η αντίστροφη διάκριση είναι δεκτική διπλής ερμηνείας. Από τη μια δύναται να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο καταπολέμησης του ρατσισμού. Ως τέτοιο, χρησιμοποιείται από τους αντιρατσιστές και υποδηλώνει την προκατάληψη έναντι των μελών της κυρίαρχης ομάδας στην εργασία, την προώθηση ή την κατανομή προνομίων με απώτερο στόχο την εξάλειψη των διακρίσεων. Από την άλλη όμως, οποιαδήποτε πολιτική παρέχει ειδικά πλεονεκτήματα σε μια ομάδα, αυτομάτως διακρίνει έναντι των άλλων ομάδων (επιχείρημα των αντιπάλων της θετικής δράσης).
Μερικές φορές, ο όρος αντίστροφη διάκριση θεωρείται συνώνυμος με τους όρους καταφατική δράση και θετική διάκριση. Ως θετική διάκριση νοείται ένα πλήθος πολιτικών σχεδιασμένων για την αντιμετώπιση των παρελθόντων και παρόντων διακρίσεων και την παροχή ευκαιριών σε εκείνους που παραδοσιακά τους τις αρνούντο. Στενά εννοούμενη, η θετική διάκριση λαμβάνει χώρα στην απασχόληση και την εκπαίδευση. Υπό μια ευρύτερη έννοια ωστόσο, ως θετική δράση ορώνται οι οποιεσδήποτε συνειδητές προσπάθειες ν’ αντιστρέψουν τη διάκριση.
– Και την πολλαπλή διάκριση. Η πολλαπλή διάκριση, αποτελεί το νέο επικίνδυνο πρόσωπο των διακρίσεων. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι το γεγονός ότι, μπορεί να βιώνεται σε πολλαπλά επίπεδα, δεδομένου ότι κάποιος μπορεί να ανήκει σε διαφορετικές μειονεκτικές ομάδες και ως αποτέλεσμα να υπόκειται σε επιδεινούμενες- διαφοροποιημένες μορφές διάκρισης. Με άλλα λόγια, η φυλή, το φύλο, η θρησκεία και τα λοιπά στοιχεία που απαρτίζουν μια προσωπικότητα, αλληλεπιδρούν και δύνανται να παράγουν συγκεκριμένες μορφές πολλαπλής διάκρισης.
Με την πολλαπλή διάκριση ασκείται κριτική στην πρότερη «μονολιθική προσέγγιση» της διάκρισης, ειδικότερα, στη βάση του επιχειρήματος ότι όλες οι μορφές πολλαπλής διάκρισης χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής, καθώς αγγίζουν τους πιο ευάλωτους, περιθωριοποιημένους και μειονεκτούντες ανάμεσα στους ανθρώπους. Κάτι που οφείλεται αφενός, στο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα (“multiplier effect”) και την συχνότητα βίωσης διακρινουσών ενεργειών και αφετέρου, στο επονομαζόμενο «παράδοξο της πολυπολιτισμικής ευαισθησίας» (“paradox of multicultural vulnerability”). Σύμφωνα με το τελευταίο, διορθώνοντας μιας μορφής ευαισθησία, οι πολιτικές υπέρ της πολλαπλής πολιτισμικότητας μπορεί να οδηγήσουν σε άλλες ευαισθησίες.
Κυρίως όμως, η κριτική επικεντρώνεται στην ανυπαρξία από τα υπάρχοντα νομικά πλαίσια δικαιωμάτων του ανθρώπου, πολιτικών που αποσκοπούν στην επανόρθωση των πολλαπλών διακρίσεων που έχουν κάποιες φορές ως -ακούσιο/ αρνητικό- αποτέλεσμα, την ενδυνάμωση του status -κοινωνικού αποκλεισμού- των περισσότερο μειονεκτούντων.
Συγκρίνοντας τις δυο έννοιες (ρατσισμός-διακρίσεις), παρά το γεγονός ότι ο προσδιορισμός της φυλετικής διάκρισης είναι «ευκολότερος» από εκείνον του ρατσισμού -κάτι που απορρέει από το πλήθος των υπαρχουσών ορισμών στα νομικά κείμενα (τόσο σε παγκόσμιο, όσο και σε περιφερειακό επίπεδο)- τα μεταξύ τους όρια είναι αρκετά νεφελώδη, σε σημείο ώστε αρκετές φορές όχι μόνο στην καθημερινότητα αλλά και στην επιστημονική κοινότητα να συγχέεται η μια έννοια με την άλλη. Ωστόσο, μια ουσιώδης διαφορά θα μπορούσε να ξεδιαλύνει το τοπίο. Ο μεν ρατσισμός, οράται ως ιδεολογία ή δόγμα, σε αντίθεση με τη φυλετική διάκριση που εκλαμβάνεται ως πρακτική/ δράση βασισμένη σε ρατσιστική συμπεριφορά.Μαρία Ανάγνου, Οι ευρωπαϊκές πολιτικές κατά του ρατσισμού και των διακρίσεων και η ελληνική περίπτωση. Αναζητώντας την ουτοπία(;) της ανοχής της ετερότητας. Αθήνα, 2016
Για να δείτε ολόκληρο το κριτήριο κλικ εδώ!
Για να δείτε όλα τα κριτήρια αξιολόγησης κλικ εδώ!
–











