
Τα «αποκηρυγμένα»
–
γράφει η Βάλια Καραμάνου
–
Σε μια πρόσφατη συζήτηση με τον Φίλιππο Δρακονταειδή, πολυγραφότατο και καταξιωμένο συγγραφέα και μεταφραστή σε Ελλάδα και εξωτερικό, αναφέρθηκε η εξής φράση: «μετά την έκδοση ενός βιβλίου μου παθαίνω ό,τι και μια γυναίκα που γεννάει, δηλαδή επιλόχειο κατάθλιψη, και δεν θέλω να το ξαναδώ». Η αλήθεια είναι πως οι περισσότεροι από όσους ασχολούμαστε με την γραφή, αμέσως μετά την πολυπόθητη έκδοση, εντοπίζουμε στο έντυπο βιβλίο πια λάθη, αστοχίες, πράγματα που θα μπορούσαν να έχουν διατυπωθεί με άλλον καλύτερο τρόπο. Βέβαια, ο ισχυρισμός αυτός – όταν προέρχεται από καταξιωμένους ανθρώπους των γραμμάτων – αποκτά άλλη διάσταση.
Ψάχνοντας περισσότερο ανακάλυψα την δήλωση του ίδιου στην ιστοσελίδα του:
«Θέλω να πιστεύω πως ξαφνικά, όχι όμως ανεπαισθήτως, έρχεται η στιγμή που κυριαρχεί, σε κάθε άνθρωπο και ίσως εντονότερα σε έναν συγγραφέα, το ερώτημα “τι είναι αυτό που έκανα;” Με άλλα λόγια, “τι είναι (και τι αξία έχει) αυτό που θεωρώ έργο μου;” Πάνε αρκετά χρόνια όπου συμπέρανα πως είχα γράψει δίχως σύνεση, δίχως επάρκεια, δίχως σεβασμό στη γλώσσα, ούτε στα πρόσωπα που είχα δημιουργήσει. Τρόμαξα για την ελάχιστη ποιότητα που διέκρινα στα βιβλία μου. Τρόμαξα περισσότερο για την επιπολαιότητα που δέσποζε σε βιβλία μου, τα οποία είχαν ενδιαφέρουσες πωλήσεις. Να μην τα πολυλογώ, σαν κριτής ενός άλλου, πέταξα στο καλάθι των αχρήστων (“αποκήρυξα”) τα περισσότερα βιβλία μου και έγραψα από την αρχή εκείνα που στοιχημάτιζα ότι άξιζαν τέτοια εκδούλευση.» (http://www.philipdracodaidis.gr/editorial)
Αυτόματα ο νους μου περιπλανήθηκε σε άλλους μεγάλους συγγραφείς του παρελθόντος, ακόμα και κλασικούς, που με παρόμοιο τρόπο αποποιήθηκαν τα δημιουργήματά τους. Για παράδειγμα, ο Φραντς Κάφκα προτού πεθάνει κατέκαψε το μεγαλύτερο τμήμα του έργου του και – ετοιμοθάνατος πια- έβαλε τον επιστήθιο φίλου του Μαξ Μπροντ να του υποσχεθεί πως θα κατέστρεφε και το υπόλοιπο μετά τον θάνατό του. Ευτυχώς για μας, ο φίλος του αθέτησε την υπόσχεσή του και έτσι τα καφκικά αριστουργήματα πέρασαν στην αθανασία.
Και δεν ήταν ο μόνος. Πολλοί ακόμα, όπως ο Μίλτος Σαχτούρης, απέστρεψαν το βλέμμα τους από τμήμα του έργου τους που βρήκαν ανεπαρκές. Όσο πιο σπουδαίο αποδείχτηκε ένα έργο, τόσο μεγαλύτερες αμφιβολίες έτρεφε συχνά γι’ αυτό ο δημιουργός του.
Ακόμα και σύγχρονοι συγγραφείς όμως έχουν δηλώσει σε παρουσιάσεις τους πως δεν κοιτούν πλέον τυπωμένα τα βιβλία τους γιατί βρίσκουν λάθη. Έτυχε να ακούσω την Ζυράννα Ζατέλη σε μια παρουσίασή της να λέει πως κάνει κάτι ανάλογο, γιατί αν πέσει η ματιά της σε τυπωμένη σελίδα αμέσως σκέφτεται : «πως το έγραψα έτσι; Να εδώ θα μπορούσα να το διατυπώσω καλύτερα!»
Τελικά, κατέληξα στο συμπέρασμα πως όσο πιο μεγάλη είναι αυτή η αμφιβολία τόσο περισσότερο ανεβαίνει ο πήχης στην ποιότητα του έργου, καθώς αυτή είναι αυτό το «μικρόβιο» η κινητήριος δύναμη της εξέλιξης. Ο συγγραφέας πρέπει να παιδεύει και να παιδεύεται, να πειραματίζεται σε διάφορα είδη γραφής (όπως η αρθρογραφία, το δοκίμιο, την ομιλία και όχι μόνο τα ποστ στο Facebook) που τελειοποιούν την γραφή του. Η συγγραφή δεν είναι κάτι στατικό, αλλά ρέει σε όλη την διάρκεια της ζωής μας προς αναζήτηση του ιδιαίτερου εκείνου ύφους που διαθέτει ο γράφων. Και σ’ αυτό βοηθά περισσότερο η αμφισβήτηση παρά ο εφησυχασμός στις «δάφνες» μας. Η πολύχρονη άσκηση με υπομονή και επιμονή είναι ο μόνος δρόμος προς την βελτίωση και την αξιοποίηση του έμφυτου ταλέντου του γράφοντος. Προκειμένου δε να αποδοθεί σε κάποιον ο χαρακτηρισμός του «λογοτέχνη» (και όχι του απλού συγγραφέα) πρέπει να περάσουν χρόνια μεγάλου και ποικίλου έργου, εντός και εκτός της χώρας, ώστε να στεφτεί με αυτόν τον τίτλο.
Καταληκτικά αναφέρω το εξής: σε έναν κόσμο που βρίθει «αριστουργημάτων» και άκριτων/ άκρατων «διθυράμβων» και στην εύκολη απόδοση «τίτλων», η σύγχρονη ελληνική γραμματεία χρειάζεται ακόμα περισσότερα «αποκηρυγμένα» έργα «αιρετικών» συγγραφέων, που πάντα αγωνιούν και αγωνίζονται για να κατακτήσουν κάτι που στα μάτια τους φαντάζει απρόσιτο. Εκεί που η πληθώρα αισθάνεται απόλυτη σιγουριά για την «τελειότητα» της, οφείλει να υπεισέρχεται το «σκουλήκι» της αμφιβολίας που οδηγεί προς την πραγματική τελειοποίηση. Γιατί η επιτυχία, ας μην γελιόμαστε, είναι ένας διαρκής αγώνας ρήξης πρώτιστα με τον εαυτό μας.













Πολύ εύστοχο το άρθρο σου Βάλια