Κρατώ μια διάφανη πέτρα στο χέρι
κοιτάζω το αίμα , που μέσα της ρέει.
Οι πληγές της θάλασσας.
Πολλές πληγές, τόσες πολλές
πολλές ζωές, τόσες ζωές,
που χάθηκαν μα πώς να τις μετρήσω.
Πολλές σκιές, μαύρες σκιές
χιλιάδες δαίμονες, που με κυκλώνουν
και πώς να τους εξευμενίσω.
Ετούτα τα χέρια, που τρέμουν άχρηστα
πώς να τα απλώσω, πώς να τα δώσω
κόμπος σφιχτός γινήκανε,
που στραγγαλίζει την ψυχή μου.
Έχω λυγίσει, έχω ξεφτίσει
ας έρθει η νύχτα πια να με σβήσει
μες στο σκοτάδι της βαθιά ας με θάψει.
Ας έρθει ο χρόνος, που οδύνη δεν έχει
μόνο ο θάνατος μ΄αντέχει.
_
γράφει η Άννα Ρουμελιώτη







Η Επιτομή της απελπισίας Αννούλα,Δεν αντέχεται…
Έτσι όπως καταντήσαμε αυτόν τον κόσμο…δεν αντέχεται..αλλά είμαστε ακόμη εδώ μέσα του όσο υπάρχουμε ας κάνουμε κάτι να γίνει καλύτερος Λένα!Σε ευχαριστώ 🙂
Εμείς Άννα, κάναμε ό,τι νομίζαμε καλύτερο για τον ΚΌΣΜΟ που λες, μα δεν τα καταφέραμε δυστυχώς. Εσείς οι νέοι τώρα αποφεύγοντας τα μέσα που ΕΜΕΙΣ μετήλθαμε, εύχομαι να βρείτε εκείνες τις ατραπούς που θα οδηγήσουν όλους μας σε ένα ξέφωτο.
Ιδιαίτερο!! Δυνατό το ποίημα σου Άννα μου!!
Μπράβο σου!!!!
Καλό βράδυ!!!!!!!
Σε ευχαριστώ πολύ Ελένη μου!Την καλημέρα μου 🙂
[…]Κρατώ μια διάφανη πέτρα στο χέρι
κοιτάζω το αίμα , που μέσα της ρέει.[…]
ολοζώντανη μου ήρθε η εικόνα…από την αρχή…και ο τίτλος του ποιήματός σου προειδοποιεί για τη συνέχεια…
Σκοτεινό…με γνήσια υπογραφή δική σου…
Καλημέρα!
Σε ευχαριστώ Μάχη μου!Την καλημέρα μου!