Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

Έσερνε τα πόδια του στην πυρωμένη άσφαλτο. Ο ιδρώτας είχε ποτίσει τα ρούχα του και με μεγάλη προσπάθεια κουβάλαγε, αγκομαχώντας, το αυτοσχέδιο όχημα του. Εκείνος και εκείνο, η μόνη του περιουσία, η σύνδεση του, με την ζωή.
Ο ήχος προηγούνταν πάντα της μορφής του, σε κάθε κίνηση του, στον αργό ή γρήγορο βηματισμό, ανάλογα με το βάρος της ημέρας, παρόλο που οι πιο πολλοί τον κοίταζαν περίεργα ακόμη και με απέχθεια μένοντας στην πρώτη εντύπωση χωρίς να του αναγνωρίζουν ότι ήταν ένας από αυτούς που πάλευε καθημερινά, με τα «θεριά».
Ο ίδιος τούς αγνοούσε επιδεικτικά και βημάτιζε με πομπώδες ύφος όταν αντιλαμβανόταν τέτοιες κινήσεις γύρω του.
Θεωρούσε τον εαυτό του νοικοκύρη και δεν δεχόταν καμία αμφισβήτηση περί αυτού. Ιδίως από τους χαρτογιακάδες, όπως έλεγε μουρμουρίζοντας, μέσα από τα μισοφαγωμένα δόντια του, κάθε φορά, για να ξορκίσει το κακό, όταν ενώνονταν οι δρόμοι τους.
Ήταν περήφανος για το πώς ξεχώριζε και τακτοποιούσε τόσο το σπιτικό του, όσο και τους καθημερινούς «θησαυρούς» της ημέρας στην δουλειά.
Από μικρός του άρεσε να βάζει σε τάξη: παιχνίδια, ιδέες, όνειρα, συναισθήματα, πουκάμισα, κατακτήσεις, έρωτες, ψευδαισθήσεις.
Πιτσιρικάς είχε ειδικότητα να κατασκευάζει ή μάλλον για την ακρίβεια να ανακατασκευάζει παιχνίδια από χαλασμένα, σκονισμένα, άχρηστα με την πρώτη ματιά. Αντικείμενα ιδανικά για τα εύπλαστα χέρια, του μικρού Λάμπη. Λάτρευε τον ήχο των σκουπιδιάρικων, τον γαλήνευαν, σχεδόν τον νανούριζαν όταν τα άκουγε να περνούν από την γειτονιά του.
Από τότε ένιωθε λες και μια μικρή εσωτερική φωνούλα τού ψιθύριζε ότι τα σκουπίδια των πολλών, είναι η καλύτερη πρώτη ύλη για τα παιδικά παιχνίδια του, πυροδοτώντας την φαντασία και την ευρηματικότητα που έκρυβε μόνο για τον ίδιο.
Σε εκείνα τα πιο τρελά παιδικά όνειρα, είχε σκεφθεί να φτιάξει ένα μικρό πάγκο, σε κεντρικό σημείο της λαϊκής για να τα πουλάει στα άλλα παιδιά.
Είχε αρκετές φορές εντοπίσει τις ματιές θαυμασμού ακόμη και ζήλιας από τους συμμαθητές. Ίσως να τους κέντριζε παραπάνω το ενδιαφέρον, περηφάνια με την οποία τοποθετούσε τα δημιουργήματα του, στο προαύλιο σε μια γωνιά. Γυαλιστερά και άλλοτε θαμπά, πολύχρωμα παιχνίδια, που παρά τους παράξενους θορύβους που έκαναν σε κάθε κίνηση τους, δημιουργούσαν ένα μυστήριο στα παιδικά βλέμματα.
Ύστερα η ζωή τα έφερε αλλιώς και τα παιδικά παιχνίδια, μαζί με κάποια όνειρα, μετακόμισαν σε μια εγκαταλελειμμένη μονοκατοικία.
Ακόμη κι εκεί, η σκιά του παιδικού εαυτού του, έβρισκε αφορμές να χαμογελάσει, να ονειρευτεί. «Η ζωή κύκλους και ημικύκλια σκαρώνει», έλεγε και αποκοιμιόταν λίγο μετά την τελευταία βραδινή μπύρα, που ταίριαζε γάντι για το ιδανικό του: Καληνύχτα.
Ξημέρωνε Μ. Σάββατο, είχε ξυπνήσει με ταχυκαρδία, θα φταίει το πολύ πιοτό και το τσιγάρο, καιρός να τα κόψω μαζί, πριν με κόψουν αυτά, σκέφθηκε.
Ντύθηκε αργά, σχεδόν σε ιεροτελεστία. Ήπιε δυο γουλιές καφέ, ρούφηξε τρεις τζούρες καπνού και αναπήδησε στον δρόμο να μαζέψει νέους θησαυρούς, λες και κάτι τον κυνηγούσε τέτοια ημέρα.
Ο ήχος του, αυτήν την φορά δεν προηγούνταν της μορφής του, ένιωθε ότι σχεδόν διαλυόταν κάθε εκατοστό του κορμιού του, σε εκείνη την ανηφόρα.
“Μα ανάθεμά σε για κατασκευαστής, μονολόγησε. Κατηφόρες και ίσιωμα θέλει μόνο η ζωή”.
Σκουντούφλησε και προσγειώθηκε πάνω στην αστραφτερή πινακίδα με εκείνο το μωρό, που τον κοίταζε σημαδεύοντας με το βλέμμα στο δόξα πατρί. Εκεί που με μεμιάς είχε βγει το καρούμπαλο, παράσημο της απροσεξίας.
Προς στιγμήν του φάνηκε ότι όλα σκοτείνιασαν, ζαλιζόταν.
Αγαπούσε τα πιτσιρίκια, αλλά δεν είχε καταφέρει μέχρι τώρα να κάνει ένα δικό του. Γέρασα για ταχταρίσματα, σκέφθηκε και προσπάθησε να ανασηκωθεί.
Με μια γρήγορη ματιά έψαξε το αυτοσχέδιο όχημα του. Πουθενά. Λιγοψύχησε, δεν γίνεται μέσα σε μια στιγμή να χάσει το στήριγμα του.
Σύρθηκε, σηκώθηκε, ανασκουμπώθηκε, αλλά μάταια, πουθενά ο «σιδερένιος φίλος» του. Λύγισε, άρχισε να κλαίει με λυγμούς, σχεδόν να μοιρολογεί. Κλώτσαγε, μούγκριζε, φώναζε τόσο δυνατά, που πρώτη φορά στη ζωή του άκουσε την φωνή του να βγαίνει σκέτη βροντή.
Ο αστραφτερός πιτσιρικάς της ταμπέλας συνέχιζε να τον κοιτάει επίμονα. Μια σκέψη σκέτη αστραπή τον κατέκλυσε και αυτόματα σταμάτησε να χτυπιέται και χαμογέλασε πλατιά. «Η ζωή κύκλους και ημικύκλια σκαρώνει. Κάθε καταστροφή και μια νέα αρχή», μονολόγησε με φωνή που με το ζόρι την άκουγε και ο ίδιος.
Ίσιωσε τα ρούχα της εργασίας, να δείχνουν νοικοκύρικα, χτένισε τα γκρίζα μαλλιά με την σπασμένη τσατσάρα που είχε στην κωλότσεπη από όσο θυμόταν τον εαυτό του. Φόρεσε το πιο φωτεινό χαμόγελό του και μπήκε με βήμα νικητή στο κτήριο που πρώτη φορά έβλεπε, παρόλο που πέρναγε χρόνια από αυτή την γειτονιά.
Αυτό το μωρό ήταν ο ιδανικός συνωμότης της στιγμής.
Οικογένεια δεν είχε αποκτήσει, αλλά τι με αυτό. Αγαπούσε να κοροϊδεύει τις ελπίδες και να κάνει όνειρα μαζί, παιδί του εαυτού του, μοναχοπαίδι. Εμένα ποιος θα με κανακέψει απόψε που έχασα το πιο παλιό και χρήσιμο παιχνίδι μου, μονολογούσε.
«Η ζωή θέλει και ανηφόρες καμιά φορά», ψιθύριζε σχεδόν σε χορευτικό ρυθμό στον εαυτό του, καθώς ανέβαινε τα μισοσκότεινα σκαλοπάτια για να χτυπήσει την καλογυαλισμένη πόρτα ασφαλείας. Από αύριο θα είναι μια άλλη ημέρα, ξανάνοιγε το παράθυρο στο μέλλον.
Ποιος είπε ότι ένας ενήλικας δεν παίζει με τα «παιχνίδια της μοίρας», συνέχισε να μονολογεί και πάλι χτυπώντας με δυναμισμό το κουδούνι.
Μια κίνηση ματ και ανακύκλωσης όπως παλιά. Η ηθική, τα συναισθήματα και ο σκόρπιος τσαμπουκάς, όλα δικά μου, σκεφτόταν καθώς έδινε με τρεμάμενα χέρια την ταυτότητα του και παραλάμβανε το πολυσέλιδο έγγραφο της αίτησης. Η κοπέλα της γραμματείας τον κοίταγε εξονυχιστικά και συνάμα όσο μπορούσε διακριτικά προσπαθώντας να τον ψυχολογήσει εν τάχει.
Τι και εάν όλοι σχεδόν τον θεωρούσαν ανοικοκύρευτο.
«Μ. Σάββατο παίρνονται οι μεγάλες αποφάσεις», είπε μονολογώντας και πάλι,αυτή την φορά, σχεδόν τραγουδιστά.
«Έτσι για το γαμώτο, θα νοικοκυρέψω την σκόρπια μου ζωή και ας μην ξέρω που θα έρθει η νέα», είπε στην μελαχρινή γραμματέα που τον κοίταζε αποσβολωμένη, χωρίς να καταλαβαίνει εάν μίλαγε σε εκείνη.
Συμπλήρωσε γρήγορα την αίτηση και έφυγε με ύφος νικητή, βροντώντας την πόρτα πίσω του.
Μπροστά του ήταν όλα ξανά, ανακυκλωμένα και νοικοκυρεμένα όπως αγαπούσε από παιδί.
Έκλεισε το μάτι συνωμοτικά στον πιτσιρικά της γυαλισμένης πινακίδας.
«Τα χαιρετίσματα μου στον φίλο σου ή στην φίλη σου, νεαρέ», του είπε και άπλωσε το κουρασμένο κορμί του στο παγκάκι της στάσης, για να ξαποστάσει.
«Η ζωή θέλει και ανηφόρες καμιά φορά, αλλά και αραλίκι», είπε πριν πιει την πρώτη γουλιά από την εορταστική μπύρα της καληνύχτας!

_

γράφει η Λένα Χρήστου

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 26 – 27 Σεπτεμβρίου 2026

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 26 – 27 Σεπτεμβρίου 2026

Real News https://youtu.be/9skTRLRxG94?si=sQdNk01i1ckOrtBNΚαθημερινή https://youtu.be/zBXsgid2n3k?si=Y1x-OhrVwcyawY8i Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Τα ΝΕΑ Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων...

Ο αλγόριθμος στο χαμόγελό της!

Ο αλγόριθμος στο χαμόγελό της!

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης Η Ελένη καθόταν στο μικρό καφέ της γειτονιάς με τον καπουτσίνο της να κρυώνει δίπλα στον φορητό υπολογιστή. Στα 38 της χρόνια είχε μάθει να κρύβει τις ρυτίδες της με φίλτρα και τις απογοητεύσεις της με χιούμορ. Δούλευε ως...

Επιστροφή στο χωριό

Επιστροφή στο χωριό

Ήθελε πολύ να κλάψει, να ξεσπάσει. Μα όσο κι αν προσπάθησε να βγάλει από μέσα του αυτό που του άδραχνε σφιχτά την καρδιά και του έκοβε την ανάσα, δεν το κατάφερνε. Τα κόκκινα από την αγρύπνια μάτια του παράμεναν στεγνά, σαν τα χωράφια που τα είχε ζεματίσει η αναβροχιά...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Επιστροφή στο χωριό

Επιστροφή στο χωριό

Ήθελε πολύ να κλάψει, να ξεσπάσει. Μα όσο κι αν προσπάθησε να βγάλει από μέσα του αυτό που του άδραχνε σφιχτά την καρδιά και του έκοβε την ανάσα, δεν το κατάφερνε. Τα κόκκινα από την αγρύπνια μάτια του παράμεναν στεγνά, σαν τα χωράφια που τα είχε ζεματίσει η αναβροχιά...

Άφιλτρο τσιγάρο

Άφιλτρο τσιγάρο

ΑΦΙΛΤΡΟ ΤΣΙΓΑΡΟ Κοίτα..  Έλεγα και σου έδειχνα την απλωμένη πόλη προς τα κάτω. Βράδυ στο ‘μπαλκόνι’ της Σαλονίκης. Εγώ δεν την έλεγα ποτέ Σαλονίκη!.  Εσύ μου το κόλλησες. Πάντα Θεσσαλονίκη την έλεγα.  Ολόκληρη.  Γιατί της άξιζε και με το παραπάνω. Κούκλα σαν και σένα....

Αντρικό κούρεμα

Αντρικό κούρεμα

Τα καλοκαίρια γυρίζαμε έξω. Οι μανάδες στο σπίτι οι πατεράδες στη δουλειά εμείς στις αλάνες. Οι αλάνες - δρόμοι, ήταν σαν τις γελοιογραφίες του Mordillo. Αν σου έφευγε η μπάλα στην κατηφόρα, είχες δυο επιλογές. Η μια ν’ αρχίσεις το τρέξιμο ώστε τα δεδομένα του...

1 σχόλια

1 Σχόλιο

  1. ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΛΟΚΑΜΑΚΗ

    Τι όμορφο!!!!!!!!!!!!
    Η ζωή θέλει και ανηφόρες καμμιά φορά αλλά και αραλίκι…!!!!!!!!
    ……………………………….
    Μόνο που τις περισσότερες φορές δεν απολαμβάνουμε το αραλίκι….
    Δεν το εκτιμάμε σωστά…
    Και χάνεταιι!!!!!!!!

    ΜΠΡΑΒΟ!!!!!!!!!!

    Απάντηση

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *