Πινδάρου Νεμενόνικοι – ε π ι λ ο γ ή
εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Ελευθερία Μπέλμπα
Ο Πίνδαρος, ποιητής της χορικής ποίησης, γεννήθηκε στην πόλη Κυνός Κεφαλαί (522 ή 518). Ο πατέρας του ονομαζόταν Δαΐφαντος και η μητέρα του Λαοδίκη. Ένας αδελφός του ονομαζόταν Ερμότιμος. Μαθήτευσε στη μουσική κοντά στο θείο του τον Σκοπελίνο κοντά στον Αθηνοκλή και τον Απολλόδωρο. Έλαβε σημαντική παιδεία, έκανε πολλά ταξίδια (στην Ρόδο, Τένεδο, Κόρινθο, Κυρήνη, Ακράγαντα, Συρακούσες). Συμμετείχε στους πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες, συνέδραμε στη μεταφορά των αθλητών στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, συνόδευε τη νικητήρια πομπή υποδοχής τους ως νικητών.
Κείμενά του συγκαταλέγονται σε όλα τα είδη της λυρικής ποίησης που καταγράφηκαν από τους λόγιους της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Έγραψε ύμνους (προς τιμή των θεών), παιάνες (προς τιμή του Απόλλωνα), διθυράμβους (άσματα που θεωρούνταν μέρος των λατρευτικών εκδηλώσεων προς τιμή του Διόνυσου), προσόδια (συνθέσεις ικεσίας ή ευχαριστίας, στην πομπή προς κάποιο ιερό), παρθένια (εκτελούσε χορός κοριτσιών σε δωρικές περιοχές), υπορχήματα (χορικά άσματα, με ορχηστικά χαρακτηριστικά), εγκώμια (με δοξαστικό περιεχόμενο), θρήνους (επιτάφια άσματα). Στις επινίκιες ωδές προείχε η νίκη στους πανελλήνιους αγώνες˙ διασώθηκαν 14 επινίκια σε ολυμπιονίκες, 12 σε πυθιονίκες, 11 σε νεμεονίκες, 8 σε ισθμιονίκες (εντοπίζονται και άλλες ωδές γνωστές από χωρία ή σπαράγματα παπύρων) και αποσπάσματα από παιάνες, διθυράμβους, παρθένια, εγκώμια.
Παρατηρούνται στα ποιήματα του Πινδάρου όμοιες μετρικά στροφές ή συνδυασμοί στροφής, αντιστροφής και επωδού, γενικότερα η αρμονία. Συνήθης αφετηρία τους η επίκληση στις μούσες ή σε έναν θεό και συνακόλουθα η παράθεση στοιχείων όσον αφορά την ταυτότητα του νικητή (οικογένεια, καταγωγή, νίκες). Μάλιστα την αφήγηση συνοδεύει η μυθική εξήγηση της ικανότητάς του (χωρίς λεπτομέρειες περιγραφής των αγώνων) και τέλος διατυπώνει ηθικά αποφθέγματα που λειτουργούν ως προτροπή για μίμηση. Στην ποίησή του κυριαρχεί το δωρικό στοιχείο, η αριστοκρατική ηθική και η ηθική ανύψωση του ατόμου φορέα της αρετής. Η ανθρώπινη ζωή κατευθύνεται από τη θεία βούληση, τους άγραφους αιώνιους νόμους, παραμερίζοντας την αλαζονεία. Από τις αρετές προκρίνεται ο σεβασμός, η οσιότητα, η σύνεση, η δικαιοσύνη. Το άτομο υποταγμένο στους θεσμούς, τι παραδόσεις, τα θρησκευτικά, πολιτικά ιδεώδη μπορεί να βιώνει με σωφροσύνη.
* * *
ΝΕΜΕΟΝ 2. ΤΙΜΟΔΗΜῼ ΑΧΑΡΝΕΙ ΠΑΓΚΡΑΤΙΑΣΤῌ
Η μικρή αυτή ωδή του Πινδάρου, που έχει μία στροφή, είναι αφιερωμένη στον Τιμόδημο από τις Αχαρνές για τη νίκη του στο παγκράτιο. Μεγάλωσε στο νησί της Σαλαμίνας, όπου ο πατέρας του, Τιμόνοος, ήταν κληρούχος. Δεν υπάρχει βεβαιότητα για τη χρονολόγηση της ωδής (τοποθετείται ή το 485[1] ή μετά το 480 ή μετά το 464 π.Χ.)[2]. Η επίκληση στη μούσα αποσκοπεί να συνδράμει τον ποιητή να φθάσει εγκαίρως στην Αίγινα για την εκφώνηση της νικητήριας ωδής στα Νέμεα. Η αναφορά στην πατρίδα του αθλητή γίνεται αφορμή για το πολύ σύντομο εγκώμιο της Αίγινας που ενσωματώνεται στο εγκώμιο του νικητή[3]. Ο δεύτερος Νεμεόνικος είναι επίνικος, αποτελείται από πέντε στροφές. Καταγράφει την πρώτη νίκη του Τιμόδημου και συνακόλουθα αναφέρεται στους προγόνους του νικητή. Εξάλλου κάνει μυθική αναφορά στον Ωρίωνα και τον Αίαντα, έπειτα εγκωμιάζει τη γενιά του νικητή και τις αθλητικές νίκες της. Τέλος απευθύνει προτροπή προς τους συμπολίτες του Τιμόδημου να τον υμνήσουν.
Νέμεον 2
ΤΙΜΟΔΗΜῼ ΑΧΑΡΝΕΙ ΠΑΓΚΡΑΤΙΑΣΤῌ
Α΄
ὅθεν περ καὶ Ὁμηρίδαι
ῥαπτῶν ἐπέων τὰ πόλλ’ ἀοιδοὶ
ἄρχονται, Διὸς ἐκ προοιμίου‧ καὶ ὅδ’ ἀνὴρ
καταβολὰν ἱερῶν ἀγώνων νικαφορίας δέδεκται πρῶτον Νεμεαίου
ἐν πολυυμνήτῳ Διὸς ἄλσει.
Β΄
ὀφείλει δ’ ἔτι, πατρίαν
εἴπερ καθ’ ὁδόν νιν εὐθυπομπὸς
αἰὼν ταῖς μεγάλαις δέδωκε κόσμον Ἀθάναις,
θαμὰ μὲν Ἰσθμιάδων δρέπεσθαι κάλλιστον ἄωτον, ἐν Πυθίοισί τε νικᾶν
Τιμονόου παῖδ’‧ ἔστι δ’ ἐοικὸς
Γ΄
ὀρειᾶν γε Πελειάδων
μὴ τηλόθεν Ὠαρίωνα νεῖσθαι.
καὶ μὰν ἁ Σαλαμίς γε θρέψαι φῶτα μαχατὰν
δυνατός. ἐν Τρωΐᾳ μὲν Ἕκτωρ Αἴαντος ἄκουσεν‧ ὦ Τιμόδημε, σὲ δ’ ἀλκὰ
παγκρατίου τλάθυμος ἀέξει.
Δ΄
Ἀχάρναι δὲ παλαίφατοι
εὐάνορες: ὅσσα δ’ ἀμφ’ ἀέθλοις,
Τιμοδημίδαι ἐξοχώτατοι προλέγονται.
παρὰ μὲν ὑψιμέδοντι Παρνασῷ τέσσαρας ἐξ ἀέθλων νίκας ἐκόμιξαν‧
ἀλλὰ Κορινθίων ὑπὸ φωτῶν
Ε΄
ἐν ἐσλοῦ Πέλοπος πτυχαῖς
ὀκτὼ στεφάνοις ἔμιχθεν ἤδη‧
ἑπτὰ δ’ ἐν Νεμέᾳ τὰ δ’ οἴκοι μάσσον’ ἀριθμοῦ
Διὸς ἀγῶνι. τόν, ὦ πολῖται, κωμάξατε Τιμοδήμῳ σὺν εὐκλέϊ νόστῳ‧
ἁδυμελεῖ δ’ ἐξάρχετε φωνᾷ.
Α΄
Όπως και του Ομήρου οι αοιδοί,
που λόγους συρράπτουν,
αρχίζουν από το άσμα προς τιμήν του Δία, κι αυτός ο άντρας κυρίως
δέχτηκε για τις πρώτες νίκες θεμέλιο
των ιερών αγώνων στου Νεμεαίου
Δία το πολυύμνητο άλσος.
Β΄
Αν στους προγόνους οφειλή χρωστάει ακόμα,
στον δρόμο αυτόν σ’ ευθεία πορεία εισερχόμενος,
στολίδι πρόσφερε στη μεγάλη Αθήνα
συχνά των Ισθμιάδων αποκομίζει
το ομορφότερο άνθος, συχνά στα Πύθια νικά
ο γιος του Τιμονόου‧ και μοιάζει
Γ΄
απ’ τις ορεινές Πλειάδες
όχι μακριά ο Ωρίωνας.
Μπορεί και η Σαλαμίνα πράγματι να θρέψει
άνδρες μαχητές. Στην Τροία ο Έκτορας
το έμαθε αυτό από τον Αίαντα. Τιμόδημε, εσένα
δύναμη ένδοξη σου φέρνει το παγκράτιο.
Δ΄
Διότι οι Αχαρνές από παλιά
εύανδροι δοξάζονται‧ πόσο στους αγώνες
οι Τιμόδημοι προκρίνονται εξαιρετικοί πάντα.
Κοντά στον Παρνασσό με τις υψηλές κορυφές
τέσσερις νίκες στους αγώνες κέρδισαν‧
αλλά κοντά στους λαμπρούς Κορίνθιους
Ε΄
στις πεδιάδες του δοξασμένου Πέλοπα
οκτώ στεφάνια ήδη αποκόμισαν‧
επτά στη Νεμέα, πολυάριθμα στην πατρίδα,
στον αγώνα προς τιμήν του Δία. Αυτόν, πολίτες,
να εξυμνήσετε στον νόστο του δοξασμένου Τιμόδημου‧
και τον ύμνο με φωνή μελωδική ν’ αρχίσετε.
* * *
ΝΕΜΕΟΝ 4. ΤΙΜΑΣΑΡΧῼ ΑΙΓΙΝΗΤῌ ΠΑΙΔΙ ΠΑΛΑΙΣΤῌ
Η ωδή του Πινδάρου είναι μονοστροφική[4]. Κατά τον Farnell, η ωδή γράφτηκε πολύ πριν από το 460 π.Χ., πριν οι Αθηναίοι καταλάβουν την Αίγινα[5]. Τοποθετείται στα τέλη της δεκαετίας του 470 και αρχές της δεκαετίας του 460 π.Χ. είτε, κατά άλλους, το 473 π.Χ.[6] Υμνεί την παιδική νίκη του Τιμασάρχου από τη γενιά των Θεανδριδών. Ο πατέρας του νικητή, Τιμόκριτος, και ο παππούς του, Ευφάνης, ήταν ποιητές και κιθαριστές, αλλά δεν έζησαν τη νίκη του νέου. Ο λόγος για την ανάγκη να αποκρούει κανείς τους φθονερούς και κακόβουλους ανθρώπους, που με παραπλανητικά λόγια κρύβουν την πραγματική αξία των ενάρετων αναδεικνύοντας τους ασήμαντους, είναι πιθανόν απάντηση του ποιητή στις κατηγορίες όταν συνέθεσε τον διθύραμβο. Επίσης, υπάρχει αναφορά στην Κύπρο στον κατάλογο των κατακτήσεων των Αιακιδών, στην απελευθέρωση της Κύπρου από τους Πέρσες (479 π.Χ.), στην οποία συμμετείχαν και οι Αιγινήτες. Ο κατάλογος αρχίζει με τον Τελαμώνα και κλείνει με τον Πηλέα, τους δύο γιους του Αιακού[7].
Νέμεον 4
ΤΙΜΑΣΑΡΧῼ ΑΙΓΙΝΗΤῌ ΠΑΙΔΙ ΠΑΛΑΙΣΤῌ
Α΄
ἄριστος εὐφροσύνα πόνων κεκριμένων
ἰατρός‧ αἱ δὲ σοφαὶ
Μοισᾶν θύγατρες ἀοιδαὶ θέλξαν νιν ἁπτόμεναι.
οὐδὲ θερμὸν ὕδωρ τόσον γε μαλθακὰ τέγγει
γυῖα, τόσσον εὐλογία φόρμιγγι συνάορος.
ῥῆμα δ’ ἑργμάτων χρονιώτερον βιοτεύει,
ὅ τι κε σὺν Χαρίτων τύχᾳ
γλῶσσα φρενὸς ἐξέλοι βαθείας.
Β΄
τό μοι θέμεν Κρονίδᾳ τε Δὶ καὶ Νεμέᾳ
Τιμασάρχου τε πάλᾳ
ὕμνου προκώμιον εἴη‧ δέξαιτο δ’ Αἰακιδᾶν
ἠΰπυργον ἕδος, δίκᾳ ξεναρκέϊ κοινὸν
φέγγος. εἰ δ’ ἔτι ζαμενεῖ Τιμόκριτος ἁλίῳ
σὸς πατὴρ ἐθάλπετο, ποικίλον κιθαρίζων
θαμά κε, τῷδε μέλει κλιθείς,
υἱὸν κελάδησε καλλίνικον
Γ΄
Κλεωναίου τ’ ἀπ’ ἀγῶνος ὅρμον στεφάνων
πέμψαντα καὶ λιπαρᾶν
εὐωνύμων ἀπ’ Ἀθανᾶν, Θήβαις τ’ ἐν ἑπταπύλοις,
οὕνεκ’ Ἀμφιτρύωνος ἀγλαὸν παρὰ τύμβον
Καδμεῖοί νιν οὐκ ἀέκοντες ἄνθεσι μίγνυον,
Αἰγίνας ἕκατι. φίλοισι γὰρ φίλος ἐλθὼν
ξένιον ἄστυ κατέδρακεν
Ἡρακλέος ὀλβίαν πρὸς αὐλάν.
Δ΄
σὺν ᾧ ποτε Τρωΐαν κραταιὸς Τελαμὼν
πόρθησε καὶ Μέροπας
καὶ τὸν μέγαν πολεμιστὰν ἔκπαγλον Ἀλκυονῆ,
οὐ τετραορίας γε πρὶν δυώδεκα πέτρῳ
ἥρωάς τ’ ἐπεμβεβαῶτας ἱπποδάμους ἕλεν
δὶς τόσους. ἀπειρομάχας ἐών κε φανείη
λόγον ὁ μὴ συνιείς‧ ἐπεὶ
“ῥέζοντά τι καὶ παθεῖν ἔοικεν.”
Ε΄
τὰ μακρὰ δ’ ἐξενέπειν ἐρύκει με τεθμὸς
ὧραί τ’ ἐπειγόμεναι‧
ἴϋγγι δ’ ἕλκομαι ἦτορ νουμηνίᾳ θιγέμεν.
ἔμπα, καίπερ ἔχει βαθεῖα ποντιὰς ἅλμα
μέσσον, ἀντίτειν’ ἐπιβουλίᾳ: σφόδρα δόξομεν
δαΐων ὑπέρτεροι ἐν φάει καταβαίνειν‧
φθονερὰ δ’ ἄλλος ἀνὴρ βλέπων
γνώμαν κενεὰν σκότῳ κυλίνδει
Ꞙ΄
χαμαὶ πετοῖσαν: ἐμοὶ δ’ ὁποίαν ἀρετὰν
ἔδωκε πότμος ἄναξ,
εὖ οἶδ’ ὅτι χρόνος ἕρπων πεπρωμέναν τελέσει.
ἐξύφαινε, γλυκεῖα, καὶ τόδ’ αὐτίκα, φόρμιγξ,
Λυδίᾳ σὺν ἁρμονίᾳ μέλος πεφιλημένον
Οἰνώνᾳ τε καὶ Κύπρῳ, ἔνθα Τεῦκρος ἀπάρχει
ὁ Τελαμωνιάδας‧ ἀτὰρ
Αἴας Σαλαμῖν’ ἔχει πατρῴαν‧
Ζ΄
ἐν δ’ Εὐξείνῳ πελάγει φαεννὰν Ἀχιλεὺς
νᾶσον‧ Θέτις δὲ κρατεῖ
Φθίᾳ‧ Νεοπτόλεμος δ’ Ἀπείρῳ διαπρυσίᾳ,
βουβόται τόθι πρῶνες ἔξοχοι κατάκεινται
Δωδώναθεν ἀρχόμενοι πρὸς Ἰόνιον πόρον.
Παλίου δὲ πὰρ ποδὶ λατρείαν Ἰαωλκὸν
πολεμίᾳ χερὶ προστραπὼν
Πηλεὺς παρέδωκεν Αἱμόνεσσιν
Η΄
δάμαρτος Ἱππολύτας Ἄκαστος δολίαις
τέχναισι χρησάμενος:
τᾷ Δαιδάλου τε μαχαίρᾳ φύτευέ οἱ θάνατον
ἐκ λόχου, Πελίαο παῖς: ἄλαλκε δὲ Χείρων,
καὶ τὸ μόρσιμον Διόθεν πεπρωμένον ἔκφερεν‧
πῦρ δὲ παγκρατὲς θρασυμαχάνων τε λεόντων
ὄνυχας ὀξυτάτους ἀκμὰν
τε δεινοτάτων σχάσαις ὀδόντων
Θ΄
ἔγαμεν ὑψιθρόνων μίαν Νηρεΐδων,
εἶδεν δ’ εὔκυκλον ἕδραν,
τᾶς οὐρανοῦ βασιλῆες πόντου τ’ ἐφεζόμενοι
δῶρα καὶ κράτος ἐξέφαναν ἐγγενὲς αὐτῷ.
Γαδείρων τὸ πρὸς ζόφον οὐ περατόν: ἀπότρεπε
αὖτις Εὐρώπαν ποτὶ χέρσον ἔντεα ναός‧
ἄπορα γὰρ λόγον Αἰακοῦ
παίδων τὸν ἅπαντά μοι διελθεῖν.
Ι΄
Θεανδρίδαισι δ’ ἀεξιγυίων ἀέθλων
κάρυξ ἑτοῖμος ἔβαν
Οὐλυμπίᾳ τε καὶ Ἰσθμοῖ Νεμέᾳ τε συνθέμενος,
ἔνθα πεῖραν ἔχοντες οἴκαδε κλυτοκάρπων
οὐ νέοντ’ ἄνευ στεφάνων, πάτραν ἵν’ ἀκούομεν,
Τιμάσαρχε, τεὰν ἐπινικίοισιν ἀοιδαῖς
πρόπολον ἔμμεναι. εἰ δέ τοι
μάτρῳ μ’ ἔτι Καλλικλεῖ κελεύεις
ΙΑ΄
στάλαν θέμεν Παρίου λίθου λευκοτέραν:
ὁ χρυσὸς ἑψόμενος
αὐγὰς ἔδειξεν ἁπάσας, ὕμνος δὲ τῶν ἀγαθῶν
ἑργμάτων βασιλεῦσιν ἰσοδαίμονα τεύχει
φῶτα: κεῖνος ἀμφ’ Ἀχέροντι ναιετάων ἐμὰν
γλῶσσαν εὑρέτω κελαδῆτιν, Ὀρσοτριαίνα
ἵν’ ἐν ἀγῶνι βαρυκτύπου
θάλησε Κορινθίοις σελίνοις‧
ΙΒ΄
τὸν Εὐφάνης ἐθέλων γεραιὸς προπάτωρ
σὸς ἄεισέν ποτε, παῖ.
ἄλλοισι δ’ ἅλικες ἄλλοι: τὰ δ’ αὐτὸς ἄν τις ἴδῃ,
ἔλπεταί τις ἕκαστος ἐξοχώτατα φάσθαι.
οἷον αἰνέων κε Μελησίαν ἔριδα στρέφοι,
ῥήματα πλέκων, ἀπάλαιστος ἐν λόγῳ ἕλκειν,
μαλακὰ μὲν φρονέων ἐσλοῖς,
τραχὺς δὲ παλιγκότοις ἔφεδρος.
Α΄
Απ’ τους μόχθους που κρίθηκαν η ευφροσύνη είν’ άριστος
γιατρός‧ και οι σοφές ωδές,
των Μουσών θυγατέρες, με το άγγιγμά τους τον σαγήνευσαν.
Ούτε το θερμό νερό βέβαια καταπραΰνει τόσο τα μέλη
όσο ο ύμνος που συνοδεύεται απ’ τη φόρμιγγα.
Για τις ανδραγαθίες είναι μακροβιότερος ο λόγος
που, με των Χαρίτων τη συνδρομή,
απ’ το βάθος του νου η γλώσσα του εξάγει.
Β΄
Είθε τέτοιο λόγο να εκφέρω στον Κρονίδη Δία και Νεμέα
στην πάλη του Τιμασάρχου
ύμνο εναρκτήριο‧ είθε να δεχτεί αυτόν των Αιακιδών
ο ωραίος πύργος, της δικαιοσύνης των ξένων
φέγγος. Κι αν ακόμα από θερμότατο ήλιο ο Τιμόκριτος,
ο πατέρας σου, ζεσταινόταν, ο εξαίσιος κιθαριστής,
συχνά παρακινούμενος απ’ αυτή τη μελωδία,
ύμνο ύψιστο ψάλλει.
Γ΄
Πλειάδα στεφάνων απ’ του Κλεωναίου αγώνα
έστειλε κι από την πλούσια
και δοξασμένη Αθήνα, την επτάπυλη Θήβα‧
διότι κοντά στου Αμφιτρύωνα τον διαπρεπή τύμβο
αυτόν με άνθη οι Καδμείοι στεφάνωναν,
για χάρη της Αίγινας. Όταν φίλος ήρθε προς φίλους,
κατευθύνθηκε στο άστυ
στου Ηρακλή την πλούσια αυλή.
Δ΄
Μαζί μ’ αυτόν κάποτε ο γενναίος Τελαμώνας
την Τροία πολιόρκησε και τους Μέροπες
και τον μεγάλο πολέμαρχο, τον θαυμαστό Αλκυονέα‧
όχι πριν κατατροπώσει αυτός δώδεκα άρματα και διπλούς
ήρωες, που επέβαιναν, με βράχο εξολόθρευσε,
άπειρος μάχης ήθελε να φαίνεται
αυτός που δεν κατανοεί αυτόν τον λόγο‧ επειδή
όποιος κατορθώνει, φυσικό είναι και να παθαίνει.
Ε΄
Τις λεπτομέρειες να πω μ’ εμποδίζει
του ύμνου ο κανόνας κι ο πιεστικός χρόνος‧ διότι
σαγηνεύεται η καρδιά μου απ’ το νέο φεγγάρι, για να εξιστορήσω,
γιατί κι αν ακόμη η βαθιά θάλασσα με κρατά
απ’ τη μέση, όμως στις επιβουλές αντιβαίνει‧ έτσι θα φανούμε
απ’ τους εχθρούς ανώτεροι, μπαίνοντας στον αγώνα με λαμπρότητα‧
με φθόνο αυτοί που κοιτάζουν
την κενή τους αντίληψη μες στο σκοτάδι
ΣΤ΄
ρίχνουν κατάχαμα. Σ’ εμένα όποια αρετή
προσέφερε η κυρίαρχη Μοίρα,
ξέρω καλά ότι περνώντας ο χρόνος θ’ αυξήσει.
Λύρα γλυκιά, εξιστόρησε κι αυτό,
με λυρική αρμονία, το περιζήτητο τραγούδι
της Οινώνης και της Κύπρου όπου κυβερνά ο Τεύκρος
ο Τελαμωνιάδης‧ κι ο Δίας
την πατρική Σαλαμίνα κατέχει‧
Ζ΄
στον Εύξεινο Πόντο ο Αχιλλέας
τη φωτεινή νήσο‧ η Θέτιδα όμως κυριαρχεί
στη Φθία‧ κι ο Νεοπτόλεμος στην εκτενή Ήπειρο,
όπου έξοχα βόδια απλώνονται στις βοσκές
απ’ τη Δωδώνη ξεκινώντας προς το Ιόνιο πέλαγος.
Στου Πηλίου τους πρόποδες την Ιωλκό
βίαια πήρε με πόλεμο
ο Πηλέας και στους Αίμονες την παρέδωσε,
Η΄
αφού της Ιππολύτης, της γυναίκας του Άκαστου, δόλο
κι απάτες δοκίμασε‧
με ξίφος δαιδάλιο σχεδίαζε θάνατο γι’ αυτόν
με παγίδα ο γιος του Πελία‧ αλλά ο Χείρων τον γλίτωσε,
το πεπρωμένο εκπληρώνοντας που όρισε ο Δίας‧
διότι το ισχυρό πυρ και των επιθετικών λιονταριών
τα αιχμηρά νύχια παλεύοντας
και τα πολύ κοφτερά δόντια,
Θ΄
έσμιξε με μία από τις υψηλόθρονες Νηρηίδες.
Και είδε την κυκλική έδρα
πάνω στην οποία καθισμένοι οι βασιλείς ουρανού και θάλασσας
δώρα κι εξουσία σ’ αυτόν και στη γενιά του προσέφεραν.
Δεν είναι πλεύσιμο των Γαδείρων το δυτικό μέρος‧ γύρισε
πίσω το πλοίο προς την ξηρά της Ευρώπης‧
γιατί μου είναι αδύνατο να ολοκληρώσω τον λόγο
για τα παιδιά του Αιακού.
Ι΄
Ότι οι Θεανδρίδες έκαναν αγώνες νικητήριους
ήρθα ν’ ανακοινώσω ως κήρυκας πρόθυμος
στην Ολυμπία και στα Ίσθμια και Νέμεα,
όπου κάθε φορά δοκιμάζοντας στην πατρίδα
δεν γύρισαν χωρίς δοξασμένα στέφανα και όπου ακούμε,
Τιμάσαρχε, το άσμα της νίκης
της γενιάς σου αθάνατο. Αν όμως
προτρέπεις ακόμα στον θείο απ’ τη μητέρα σου, Καλλικλή,
ΙΑ΄
ν’ αφιερώσω στήλη από Πάριο λίθο λευκότερη,
ο χρυσός βέβαια αφομοιωμένος
δείχνει απλόχερα τις λάμψεις του κι ο ύμνος των γενναίων
έργων κάνει τον άνδρα ισότιμο με τους βασιλείς
στη δόξα‧ εκείνος λοιπόν στου Αχέροντα τις όχθες
ας ακούσει τον μελωδικό μου λόγο στον αγώνα του Ποσειδώνα
που βροντά την τρίαινά του,
όπου στεφανώθηκε με Κορινθιακά σέλινα‧
ΙΒ΄
αυτόν εν ζωή, ο γέροντας Ευφάνης, προπάτοράς σου,
εκούσια κάποτε, παιδί μου, εξύμνησε.
Κι ο καθένας δοξάζει όσους έζησαν στον καιρό του‧ για όσα
είναι σύγχρονος να τ’ αφηγηθεί ελπίζει πιο εύστοχα.
Όπως, εξυμνώντας τον Μελησία, υπερνικά την έριδα,
επινοώντας λόγους υψηλούς, δελεάζοντας την αντίσταση,
ήπια σε όσους σκέφτονται λογικά
κι άγρια σε όσους με κάθε ισχύ φθονούν.
ΠΗΓΕΣ
▪ Bury, J. B. (επιμ.) 1890. Pindarou Epinikoi Nemeonikais. The Nemean odes of Pindar.
London: Macmillan
▪ Πίνδαρος. 1886. Τα σωζόμενα μετά μεταφράσεων σημειώσεων και πίνακος των λέξεων. Νέμεα. Τόμος Γ΄ (μετάφρ. Κλεάνθους, Κ.) Τεργέστη: Μορτέρρα και Σ.
▪ Πίνδαρος. 1960. Πίνδαρος. Μετάφραση και Ερμηνευτικά. Λεκατσάς, Π. έκδοση 3η ξαναπλασμένη. Αθήνα: Δίφρος
▪ Τάτση, Α. Χ. (2009) Πινδάρου Νεμεόνικοι. Προοίμια-Μελέτη δομής. Διδακτορική διατριβή, Τμήμα Φιλολογίας Ε.Κ.Π.Α.
▪ Farnell, L. R. 1932. The Works of Pindar translated, with Literary and Critical Commentaries. London: Macmillan.
[1] Farnell (1932), σ. 251
[2] Τάτση (2009), σ. 100
[3] Bury (1890), σ. 51‧ Τάτση (2009), σ. 126
[4] Το ότι είναι μονοστροφική αποτελεί ορφικό στοιχείο που συνήθως δηλώνει ότι εκτελείται σε πομπή και τραγουδιέται στην πατρίδα του νικητή, όπως δείχνει η αναφορά στη φιλοξενία των κατοίκων
[5] Farnell (1932), σ. 263
[6] Πίνδαρος (1960), σ. 218‧ Τάτση (2009), σ. 137
[7] Τάτση (2009), σ. 137-138, 244











