Την χαρά μου σβήνεις κάθε πρωί,
έρχεσαι και φεύγεις σαν αστραπή,
σoυ ζητώ να μ΄ αφήσεις, δεν αποχωρείς,
όρια δεν βλέπεις, τα καταπατείς.
Έχεις στο μυαλό σου, μόνο το κακό,
διαταγές δίνεις, σπέρνεις πανικό.
Μάτια που δακρύζουν, σε παρακαλούν,
μην πυροβολείς, όσους γύρω σου γυρνούν.
Τα μάτια σου κενό, βλέμμα αδειανό,
δεν ακούει κανείς τίποτε αποδεκτό,
γέρνεις να μου πεις σχόλιο πικρό,
«Οι γυναίκες που δουλεύουν τρέμουν με το παραμικρό».
Όλοι οι εργαζόμενοι σε υπηρετούν,
τον καφέ σου φέρνουν και τρέχουν να κρυφτούν.
Διαίρει και βασίλευε,
κάθε μια κινδύνευε..
Ρίχνεις τόσες πολλές νοητικές κλωτσιές,
σηκώθηκα από κάτω πάρα πολλές φορές.
Μα αυτή τη στιγμή παρά τις μελανιές,
πιο πίσω εγώ θα κάνω και εσύ θα φταις.
Την πληγή αυτή δεν ξέρω πώς να κλείσω,
όμως και με φόβο εγώ θα σε νικήσω.
Τι σημαίνει νίκη μη με ρωτάς,
μια αθώα που βασανίζεται από τύψεις -μην την κλωτσάς.
_
γράφει η Λίλιθ







0 Σχόλια