Ω εσύ νησιώτισσα που είσαι από μέρη μακρινά.
Ω εσύ νησιώτισσα που στα μέρη μου βρέθηκες ξαφνικά.
Που με αέρα άλλον ήλθες και το μυαλό μού πήρες.
Έναν αέρα ανατολίτικο… όχι, Ιταλικό.
Σαν αυτό των Κερκυραίων και όλων των Επτανήσων…
Αχ, σα και σένα άλλη δεν θέλησα καμία.
Όμορφη εσύ κόρη, θρέμμα που το γιαλό για σε παντοτινή τής γαλήνης σου, όταν αποζητάς και επιθυμείς, γωνία.
Για σε το ίδιο το γιαλό που μόνον πλάσματα τέτοιας αίγλης και θαμπερής γλυκύτης κι απαράμιλλης ομορφιάς, που σαν και σε κάνει, ω κόρη.
Αχ..
Όσο σε σκέφτομαι στο μολυβένιο δείλι, με το ωραίο σου φόρεμα και το εξαίσιο καπέλο με την γαλανή κορδέλα, να είσαι βαρκάδα στα ανοιχτά καθώς κοιτάς και αγναντεύεις το πέρα και του ηλίου τη θέση καθώς παίρνει το φεγγάρι, και εμέ που κάθομαι και από το λιμάνι, και εγώ, της δικής μου πόλης και αγναντεύω, λέω μέσα μου: « Που είσαι Γεωργία, που ολημερίς σε βρίσκει η σκέψη μου μαζί σου και ας μην το ξέρεις. Που είσαι χαμένη, σε ποια Βενετσιάνικη γειτονιά, σε ποια παλιά πλατεία, σε ποιο παλιό και αρχοντικό καφέ, ακόμα ακόμα, σε ποια -άλλη- πολιτεία;».
Όλα όμως στράφι.
Σε γύρεψα, ακόμα θα σε γύρευα, μα ευκαιρία δεν μου έδωσες καμία, ούτε μία.
Αχ.. έχασε η Στέλλα η Βιολάντη το δικό της το Χρηστάκη, έτσι έχασα και εγώ εσέ.
Τι θλιβερό και αυτό, να ‘’θάβεται’ ’έτσι μία μοναδική αγάπη, σαν το ημερήσιο το φως που μας κρύβει τα άστρα, σαν το κύμα του γιαλού που σκεπάζει και χτυπά την άμμο από παντού.
Το ίδιο κύμα αυτό που σου χτυπά και σου δροσίζει αυτό το ανάλαφρο, σα πέταλο από τριαντάφυλλο απαλό και ευωδιαστό, κορμί σου.
Αχ κόρη όμορφη που σαν εσέ άλλη δεν θα υπάρξει, σα λυγερό λουλούδι που ο καθένας αγναντεύει και με την ομορφιά του -γιατί τίποτα άλλο δεν θέλει- μαγεύει.
Αχ εσύ νησιώτισσα, αχ εσύ Κερκυραία που το μυαλό μού φούντωσες με άλλον αέρα, και στη ψυχή μου έφερες κάποτε ευτυχία.
Και όλα αυτά τα έκανες εσύ Γεωργία μου, μόνο εσύ.
Πέρα εκεί στο γραφικό νησί…
Εσύ η νησιώτισσα…
_
γράφει ο Ευάγγελος Παναγιώτης Ζηργάνος








0 Σχόλια