Ένα ασίγαστο μίσος τον είχε κυριεύσει. «Δεν τους θέλω στην πατρίδα μου. Εδώ οι Έλληνες πεινάνε και βοηθάνε αυτούς; Τους αλλόθρησκους;» σκεφτόταν. Μία μέρα το μίσος πήρε σάρκα και οστά. Δεν άντεχε να τους βλέπει να σφετερίζονται όσα είχε η δική του πατρίδα, η δική του γη. Πιωμένος και αρκετά νευριασμένος πήρε έναν σουγιά. Την πρώτη γυναίκα που είδε με μαντίλα τη σκότωσε. Εκείνη σωριάστηκε κάτω. Ένα ματωμένο σταυρουδάκι ήταν γύρω απ’ το λαιμό της. Αυτός ο σταυρός κάτι του θύμιζε. Γύρισε ζαλισμένος το σταυρουδάκι από την πίσω μεριά. «Άννα» έγραφε. Ήταν η κόρη του που, όταν έφευγε, ως άλλος οικονομικός μετανάστης στο εξωτερικό, της δώσανε ένα σταυρουδάκι. «Δε μπορεί. Δε γίνεται» μονολόγησε βυθισμένος στην οδύνη. Πλέον ήταν όμως αργά.
_
_
γράφει ο Νίκος Πουλικίδης








0 Σχόλια