Δουλειά-σπίτι-δουλειά. Ζωή χωρίς χρόνο, χρόνος χωρίς ζωή. Αυτό ήταν το μονοπώλιο της ζωής του. Λίγες βόλτες με φίλους και φίλες, γεμάτος από παραστάσεις και ταξίδια. Πίστευε ότι αυτό ήταν αρκετό. «Ναι, είμαι πλήρης!» μονολογούσε ξανά και ξανά. Ήταν όντως όμορφα, ήταν γεμάτος, αυτάρκης, μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα, δεν επιζητούσε ποτέ «το άλλο του μισό», που δήλωναν πολλοί ότι έψαχναν.
Εκείνη μόλις τελείωνε τη φιλολογία, σε ένα εργασιακό μέλλον αβέβαιο, χωρίς να ξέρει τι ξημερώνει. Γνωρίζοντας πλήρως την εργασιακή επισφάλεια του επαγγέλματος, είχε επιλέξει συνειδητά «τον δύσκολο δρόμο», της γνώσης, της αναζήτησης, ακόμα κι αν στις μέρες μας δεν είχε την αντίστοιχη αποκατάσταση, την επιβράβευση ή και την αναγνώριση από την κοινωνία. Οι επιστήμες που είχαν ως επίκεντρο τον άνθρωπο βρίσκονταν σε περιδίνηση, σε ένα τέλμα, ως αδιέξοδο εν τέλει μιας κοινωνίας που προ πολλού είχε πάψει να πιστεύει σε πραγματικές αξίες. Η μόνη αξία που γνώριζε ήταν του χρήματος.
Δύο ζωές αντίθετες. Δύο άνθρωποι με διαφορετικές ανησυχίες έμελλε να συναντηθούν. Λίγο πριν την ορκωμοσία της, εκείνο το απαλό δειλινό μιας άνοιξης, η οποία επρόκειτο να συνταράξει συθέμελα τους κόσμους και των δύο. Μια φευγαλέα συνάντηση των βλεμμάτων τους στην καφετέρια, ένα τυχαίο συναπάντημα στο ασανσέρ, έφερε τη μοιραία γνωριμία.
Εκείνος σφριγηλός, ακμαίος, νιώθοντας μια αυτοπεποίθηση στα όρια της αλαζονείας. Εκείνη εύθραυστη, αγχώδης, σε μια κατάσταση μεταβατική, τελώντας σε πλήρη άγνοια για το προσεχές της μέλλον. Παρά ταύτα, οι δρόμοι τους συναντήθηκαν. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Ο ένας βρήκε στον άλλον τα στοιχεία που έψαχνε. Δύο συγκροτημένες προσωπικότητες, πλήρεις, είδαν τις ψυχές τους να συνομιλούν με τρόπο μοναδικό.
Πέρασαν τέσσερα χρόνια μαζί, συγκατοικώντας τα δύο τελευταία. Εκείνη προσαρμόστηκε με δουλειές του ποδαριού, ανάξιες για το βιογραφικό της, σπρώχνοντάς την πολλές φορές στα όρια της αναξιοπρέπειας. Εκείνος σταθερά στη δουλειά που ήταν, με έναν μισθό που πλέον τού επέτρεπε να ζει με μια μεγαλύτερη άνεση. Είχε γίνει υπεύθυνος. Πολλές αρμοδιότητες, αλλά καλές απολαβές. Σίγουρος για τον εαυτό του, γεμάτος αυτοπεποίθηση για το κοινό τους μέλλον. Και τότε…κρακ!
Σαν κεραυνός εν αιθρία χτύπησε η είδηση της πρόσληψής της ως αναπληρώτριας στις εσχατιές της χώρας. Οι αποφάσεις που έπρεπε να παρθούν ήταν προ των πυλών. Η λύση ήταν μονόδρομος. Δεν μπορούσε να λειτουργήσει μια σχέση με τέτοια απόσταση. Αυτή ήταν η μοίρα των αναπληρωτών/τριών; Να μην είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι/ες;
Αμφότεροι εντάχθηκαν σε μια νέα καθημερινότητα. Εκείνη, συναισθηματικά κατακρεουργημένη, στην άκρη της χώρας, παράγοντας έργο ουσιαστικό, λειτούργημα κανονικό, όπως το ονειρευόταν. Αυτό τη γέμιζε χαρά κι ας ήταν μέσα της διαλυμένη. Εκείνος, με τη σιγουριά του πλέον κλονισμένη, επέστρεψε στην προηγούμενη καθημερινότητά του. Πάντα πίστευε ότι ήταν γεμάτος, ότι η ζωή αυτή τον κάλυπτε. Η βίαιη συνειδητοποίηση του πόσο λειψός ήταν χωρίς αυτήν τον έκανε να μονολογήσει: «Ζωή μισή!».
Μέχρι που έφτασε η μοιραία μέρα. Η επιχείρηση πήρε φωτιά, μέτρα προστασίας δεν υπήρχαν, καταπονημένοι/ες εργάτες/τριες μάταια προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τη μανία του περίεργου εκείνου εμπρησμού. Οι περισσότεροι/ες εγκλωβίστηκαν. Λίγοι επέζησαν της ολοκληρωτικής καταστροφής. Η εταιρία εξέδωσε συλλυπητήρια ανακοίνωση και κατέβαλε τμηματικά με μεγάλη καθυστέρηση αποζημιώσεις στους συγγενείς των θυμάτων. Η κυβέρνηση δεσμεύτηκε για πιο εντατικούς ελέγχους, όμως όλοι γνώριζαν πως δεν επρόκειτο να αλλάξει κάτι. Η επιχείρηση συνέχισε αλλού τις δραστηριότητές της. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης περιορίστηκαν σε κροκοδείλια δάκρυα και μαραθώνια ρεπορτάζ, με βασικό περιεχόμενο την «άτυχη στιγμή» και τη θλίψη των συγγενών. Ανάμεσα στα θύματα ξεχώρισε το ταμπελάκι ενός εργάτη, που είχε κομμένο το πόδι του. Κάτω από το ονοματεπώνυμό του είχε κάτι σαν υπογραφή, κάτι σαν παρατσούκλι, «το γρανάζι» έγραφε.
_
_
γράφει ο Νίκος Πουλικίδης








0 Σχόλια