Ο Μεσημεράς

Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

 

Θυμάμαι κάποια μεσημέρια στο χωριό… Αύγουστο μήνα, με τον ήλιο να καίει τις πλαστικές καρέκλες στην αυλή της γιαγιάς, και την κληματαριά να μην καταφέρνει να χαρίσει την πολυπόθητη σκιά που τόσο επιθυμούσα ούτως ώστε να ξαπλώσω σε δυο ενωμένες καρέκλες και να κάνω πως κοιμάμαι παρέα με τα εκατοντάδες τζιτζίκια που έδιναν ρεσιτάλ κάθε μεσημέρι στην αυλή μας… Η φωνή της γιαγιάς μου, ακόμα και σήμερα ηχεί ξεκάθαρη στα αυτιά μου, γεμάτη με μια υποτιθέμενη απείλη, τόση όση χρειαζόταν για να με πείσει να αποχωριστώ την λατρεμένη μου αυλή, για μερικές τουλάχιστον ώρες και να τυλιχτώ στην αγκαλιά του Μορφέα… Η καημένη η γιαγιούλα μου… δεν έβρισκε άλλο τρόπο να με καταφέρει να ξαπλώσω το μεσημέρι για να μπορέσει κι εκείνη να κλείσει για λίγο τα μάτια της και να ξεκουράσει το γέρικο κορμί της…

«Γιατί δεν μ ακούς παιδί μου; Πρέπει να μπεις μέσα… να πας να ξαπλώσεις… έχει πάει δύο…. θα περάσει ο Μεσημεράς… θα σε βάλει στο τσουβάλι… έλα μέσα σου λέω…»

Την κοιτούσα μέσα στα μάτια προσπαθώντας μάταια να καταλάβω αν μπλόφαρε για να με βάλει κακήν κακώς κάτω από τα κάτασπρα δροσερά σεντόνια που μοσχομύριζαν πράσινο σαπούνι ή αν όντως η αγωνία της ήταν αληθινή και υπήρχε στην πραγματικότητα ένας γέρος γίγαντας με ένα τεράστιο τσουβάλι στη πλάτη, που έριχνε μέσα σ αυτό όποιο παιδί δεν κοιμότανε τα μεσημέρια… Ο Μεσημέρας είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος μου, κι ενώ κατά βάθος ήξερα πως δεν μπορεί να ήταν αληθινός, κάθε μεσημέρι με έβρισκε κουκουλωμένη στο κρεβάτι μου, να αγωνιώ να κοιμηθώ, προτού προλάβει να φανεί κι απ’ το δικό μας σπίτι… Μόλις ξάπλωνα στο κρεβάτι μου, η γιαγιά μου ερχότανε στο δωμάτιο, έκλεινε τις γρίλιες να μη μπαίνει φως και μου έλεγε ψιθυριστά, για να μην μας ακούσει ο Μεσημεράς, «Δυο ωρίτσες ξεκούραση παιδί μου, καλό θα σου κάνει… και μην κάνεις φασαρία, θα περάσει έξω από το παραθύρι ο Μεσημεράς, θα στήσει αυτί να δει αν κοιμάσαι και θα φύγει μόλις βεβαιωθεί ότι ήσουν και σήμερα καλό παιδί… Και όταν ξυπνήσεις θα σου δώσω λεφτά να πας παρακάτω στου κυρ Αντώνη να πάρεις το υποβρύχιο που τόσο αγαπάς…» Έσκυβε η γιαγούλα μου, με κοιτούσε συνωμοτικά, μου έδινε ένα γλυκό φιλί και έφευγε στις μύτες των ποδιών της… Μην την ακούσει ο Μεσημεράς…

Δεν περνούσε λίγη ώρα και άκουγα από το διπλανό δωμάτιο το ροχαλητό της…

«Μάλλον φοβάται κι η γιαγιά τον Μεσημερά»…ήταν η τελευταία σκέψη μου λίγο πριν κλείσω κι εγώ τα μάτια και παραδοθώ σε έναν από τους πιο γλυκούς κι ανάλαφρους ύπνους που έχω κάνει στη ζωή μου…..

Πόσες αναμνήσεις… τι όμορφες εποχές… Ο Μεσημεράς, ο «μπαμπούλας» των παιδικών μου χρόνων, σήμερα αποτελεί τη πιο γλυκιά μου ανάμνηση… Κι ευτυχώς που εξακολουθεί και υπάρχει γιατί αλλιώς δεν νομίζω να είχα βρει άλλο τρόπο, να κοιμίσω τη μικρή μου πριγκίπισσα, λίγες ώρες τα μεσημέρια… για να μπορέσω κι εγώ να αναπολώ… να χαμογελώ… να καταγράφω… «Αναμνήσεις»

 

της Έρικας Τζαγκαράκη

Ακολουθήστε μας

Ο αλγόριθμος στο χαμόγελό της!

Ο αλγόριθμος στο χαμόγελό της!

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης Η Ελένη καθόταν στο μικρό καφέ της γειτονιάς με τον καπουτσίνο της να κρυώνει δίπλα στον φορητό υπολογιστή. Στα 38 της χρόνια είχε μάθει να κρύβει τις ρυτίδες της με φίλτρα και τις απογοητεύσεις της με χιούμορ. Δούλευε ως...

Επιστροφή στο χωριό

Επιστροφή στο χωριό

Ήθελε πολύ να κλάψει, να ξεσπάσει. Μα όσο κι αν προσπάθησε να βγάλει από μέσα του αυτό που του άδραχνε σφιχτά την καρδιά και του έκοβε την ανάσα, δεν το κατάφερνε. Τα κόκκινα από την αγρύπνια μάτια του παράμεναν στεγνά, σαν τα χωράφια που τα είχε ζεματίσει η αναβροχιά...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Επιστροφή στο χωριό

Επιστροφή στο χωριό

Ήθελε πολύ να κλάψει, να ξεσπάσει. Μα όσο κι αν προσπάθησε να βγάλει από μέσα του αυτό που του άδραχνε σφιχτά την καρδιά και του έκοβε την ανάσα, δεν το κατάφερνε. Τα κόκκινα από την αγρύπνια μάτια του παράμεναν στεγνά, σαν τα χωράφια που τα είχε ζεματίσει η αναβροχιά...

Άφιλτρο τσιγάρο

Άφιλτρο τσιγάρο

ΑΦΙΛΤΡΟ ΤΣΙΓΑΡΟ Κοίτα..  Έλεγα και σου έδειχνα την απλωμένη πόλη προς τα κάτω. Βράδυ στο ‘μπαλκόνι’ της Σαλονίκης. Εγώ δεν την έλεγα ποτέ Σαλονίκη!.  Εσύ μου το κόλλησες. Πάντα Θεσσαλονίκη την έλεγα.  Ολόκληρη.  Γιατί της άξιζε και με το παραπάνω. Κούκλα σαν και σένα....

Αντρικό κούρεμα

Αντρικό κούρεμα

Τα καλοκαίρια γυρίζαμε έξω. Οι μανάδες στο σπίτι οι πατεράδες στη δουλειά εμείς στις αλάνες. Οι αλάνες - δρόμοι, ήταν σαν τις γελοιογραφίες του Mordillo. Αν σου έφευγε η μπάλα στην κατηφόρα, είχες δυο επιλογές. Η μια ν’ αρχίσεις το τρέξιμο ώστε τα δεδομένα του...

4 σχόλια

4 Σχόλια

  1. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

    Πολύ όμορφο, τρυφερό και νοσταλγικό το ταξίδι αυτό στο γλυκό παρελθόν της Έρικας Ο “Μεσημεράς” τι ωραία ιδέα της γιαγιάς. Τότε ήταν “μπαμπούλας” αλλά τώρα έγινε μια ανάμνηση όλο όμορφες εικόνες.

    Απάντηση
  2. Μαριάνθη Πλειώνη

    Πολύ τρυφερό,νοσταλγικό,μας ξυπνάει αναμνήσεις και το ‘υποβρύχιο” γλυκιές επιδρομές στην κουζίνα,όταν ο Μεσημεράς κοίμιζε όλους τους άλλους εκτός από μας…

    Απάντηση
  3. Ειρηνη Σ.

    ο Μεσημερας μας ακολουθει σε ολη την ζωη , τον ”γνωρισαμε ” εμεις , τον συστησαμε στα παιδια μας και τωρα οσοι εχουμε στα εγγονια μας
    ενας Μπαμπουλας που ομως δεν μας φόβιζε και τοσο !!!
    σευχαριστω για το ομορφο κειμενο που μοιραστηκες μαζι μας

    Απάντηση
  4. Mary K.

    Η γιαγιά μου το έλεγε αυτό σε ένα μικρό μου ξάδερφο. Ο θείος μου έβγαινε από έξω και χτυπούσε τα παντζούρια. Έγω, επισκέπτρια από Καναδά, κοπέλα τότε, μου φαινότανε πολύ αστείο και έξυπνο αυτό. Σήμερα το κάναμε στην εγγονή σας εδώ στον Καναδά. Βρήκα εδώ κι αυτό το κείμενο και γέμισα αναμνήσεις. Σ’ ευχαριστώ!

    Απάντηση

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *