Το χάνι
Είχε σουρουπώσει. Το χάνι του Δεματά δίπλα στο ποτάμι, εκείνα τα χρόνια ήταν πέρασμα. Η μέρα που έφευγε είχε προστάξει ένα ποτήρι κρασί στο καπηλειό. «Γριά πουτάνα, εσύ θα τα πληρώσεις». Την τραβούσε απ΄ τα μαλλιά και την έσερνε στο πάτωμα. «Μού ΄φαγες τη ψυχή μωρή...







