Select Page

HOTEL DELFINI

HOTEL DELFINI

 

Ήταν ένα δελφίνι, θηλυκό, πανέμορφο, με μάτια στο χρώμα του γαλάζιου νερού, παιχνιδιάρικο, επειδή οι άλλοι το είχαν εκπαιδεύσει έτσι.

Εγκλωβισμένο σ’ ένα υδάτινο σπίτι, δελφινάριο το λέγαν.

Το καμάρι του Βατούμ. Η μεγάλη ατραξιόν για τους τουρίστες του βορρά.

Και ήταν κι ένα κορίτσι, με το λευκό της χέρι το τάιζε, το κανάκευε, ανανέωνε το νερό του, το εκπαίδευε να διασκεδάζει τους θεατές. Του χάιδευε την πλάτη και ηρεμούσε. Στιγμές αισθανόταν πως ήταν ένα οι δυο τους.

Δεν άντεχε αυτό που ζούσε. Ήταν μόνο είκοσι χρονών και ένιωθε πως περπατούσε αλυσοδεμένη, τα πόδια της δεν μπορούσαν να υψωθούν έναν πόντο πάνω από τη γη. Ο δρόμος ίδιος κάθε μέρα.

Σπίτι – δελφινάριο, δελφινάριο -σπίτι.

«Να λες και φχαριστώ, που έχεις δουλειά.» της έλεγαν όλοι.

Και καλά οι άλλοι, αλλά και ο Βλαντιμίρ; Που έλεγε πως τη λάτρευε;

«Έλα να φύγουμε …» παρακάλαγε εκείνη. «Να πάμε στο νότο, να δούμε δελφίνια ελεύθερα σε θάλασσες αρμυρές.»

Κι αφού κανένας δεν πρόσεξε τις αποχρώσεις που άλλαζε η ματιά της, αποφάσισε το ταξίδι μόνη.

Μακριά στο νότο. Στο ζεστό ήλιο, μήπως και ροδίσουν τα ψηλά ζυγωματικά της.

Τη μέρα του αποχαιρετισμού, στον παγωμένο σταθμό, ο Βλαντιμίρ τής πέρασε στο λαιμό μια αλυσιδίτσα με δυο δελφινάκια από κεχριμπάρι.

«Θα σε περιμένω» της είπε.

Όταν τα πρωταντίκρισε να ξεπηδάνε, από τη γαλάζια θάλασσα, μαγεύτηκε, έμεινε ώρες στο κατάστρωμα, κάτω από το ήλιο του Αιγαίου.

«Ελεύθερα! Να ζω ελεύθερα!»

Αυτό ονειρευόταν, γι’ αυτό εγκατέλειψε τις κρύες στέπες.

Τους πρώτους μήνες, κι ενώ ο μαγιάτικος ήλιος έκαιγε στο μεγάλο νησί, εκείνη γινόταν ακόμα πιο χλωμή.

Ατέλειωτες ώρες στο υπόγειο, σκυμμένη, πάνω από εκατοντάδες πιατικά τα χέρια ήρθαν και γίνηκαν ακόμα πιο λευκά και μαραμένα.

Σαν τέλειωνε το ωράριό της έτρεχε στο λιμάνι, το πολύβουο λιμάνι, με τα όμορφα σπίτια και τα πολυτελή ξενοδοχεία και αγνάντευε τη θάλασσα.

Μα η νοσταλγία, απρόσκλητη μουσαφίρισσα, μιλώντας στη γλώσσα της τής ψιθύριζε εκκωφαντικά «Τι κάνεις εδώ! Γύρνα πίσω!».

Τα δελφίνια κροτάλιζαν στα δόντια της, το τρένο πλησίαζε, «Θα σε περιμένω!» Έκλεινε τ’ αυτιά της, δεν άντεχε τη βαριά φωνή του, το δελφίνι με τη μπάλα στο στόμα, χειροκροτήματα, δελφινάριο –σπίτι, σπίτι –δελφινάριο, «να λες και φχαριστώ», η φωνή της μάνας της .

Στοπ!

Οι εικόνες θάμπωναν.

Σκοτάδι.

Αδιέξοδο.

Έφτυνε τη γεύση του κεχριμπαριού.

Έστρεφε το βλέμμα στη θάλασσα, αν ήταν η τυχερή της μέρα, έβλεπε και δελφίνια, έριχνε το βλέμμα γύρω, το μάτι της χόρταινε καλοντυμένους ανθρώπους πάνω σε ακριβά οχήματα, οδικά και θαλάσσια.

Έσπρωχνε, με βία, στην άκρη τις αναμνήσεις.

Μα με τα εκατοντάδες πιατικά να λαμποκοπάν από τα χέρια της, τα λούσα και τα ακριβά ξενοδοχεία δεν την καταδέχονταν.

Και τον ήλιο, ίσα που τον προλάβαινε στη δύση καθώς άλλαζε η βάρδια.

Μια μέρα εκεί στη λάντζα τής γύρισαν τα μυαλά.

Το αποφάσισε. Θα άλλαζε όροφο, τέρμα τα υπόγεια.

Πέταξε τα παλιά της ρούχα.

Μετακόμισε στο πολυτελές ξενοδοχείο.

«ΗΟΤΕL DELFINI», εκεί στην άκρη του λιμανιού, κοντά στο πέρασμα των δελφινιών.

Στην καινούργια δουλειά άλλοι έπλεναν τα πιάτα της. Η επιδερμίδα των χεριών ξανάνιωσε. Τα κοκκινάδια τόνισαν ακόμα περισσότερο τα ζυγωματικά της.

Τον τόπο τον διάλεγε εκείνη. Και το ποσό. Όλα τ’ άλλα δεν την αφορούσαν. Ούτε που πέρασε το καλοκαίρι την ένοιαξε. Έτσι κι αλλιώς στο μεγάλο νησί δεν θα ξέμενε από δουλειά. Και από ήλιο.

Μόνο ένα πράγμα δεν άντεχε! Τα δελφίνια, που εμφανίζονταν στον ύπνο και τον ξύπνο της.

Ελεύθερα, στη γαλάζια θάλασσα κι εκείνη δελφίνι, όμοιο με κείνο στο Βατούμ. Να το ταΐζουν στο στόμα και να το διατάζουν να κάνει ακροβατικά, για να διασκεδάζουν οι άλλοι.

Τα δελφινάκια με την ασημένια αλυσιδίτσα έπεσαν, βίαια, στο πάτωμα ένα βράδυ την ώρα της δουλειάς.

Ο πελάτης, ένας γέρος μαυρισμένος στις λάμπες, προτιμούσε κάτι σε δερμάτινο περιλαίμιο .

Δεν μπορούσε να αρνηθεί.

Τα λεφτά ήταν πολλά! Η στιγμιαία ηδονή καθώς τα φυλλομετρούσε δεν της άφηνε περιθώρια για ενοχές.

Μόνο ένα κρύο της άφηνε, μια παγωνιά ανεξήγητη!

Μεσούντος του καλοκαιριού…

 

γράφει η Γλυκερία Γκρέκου

Η Γλυκερία Γκρέκου είναι δασκάλα ειδικής αγωγής στη Θεσσαλονίκη, με βαθιές ρίζες στο Λιβάδι Ολύμπου, που φλερτάρει με τη συγγραφή παιδικών, και όχι μόνο, βιβλίων.

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

3 Σχόλια

  1. Ανώνυμος

    Είναι υπέροχο!Πόσοι πραγματικά είναι εγκλωβισμένοι…Κάποιοι δεν το έχουν καταλάβει καν..

    Απάντηση
  2. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    “Μόνο ένα πράγμα δεν άντεχε! Τα δελφίνια, που εμφανίζονταν στον ύπνο και τον ξύπνο της.”

    Τα δελφίνια, που στοίχειωσαν τα ρημαγμένα όνειρά της…
    Πολύ όμορφα δοσμένο το αδιέξοδο χιλιάδων γυναικών. Γυναικών της διπλανής πόρτας, που όμως λες κι είναι αόρατες…

    Απάντηση
  3. Μάχη Τζουγανάκη

    Δώσατε με εξαιρετικό τρόπο τον εγκλωβισμό μιας γυναίκας…τις επιλογές που παίρνει προσπαθώντας να ξεφύγει…αυτό το “να λες και φχαριστώ” που μπουκώνει τα συναισθήματα…και κάνει τον άνθρωπο να υπομένει καταστάσεις που δε θα έπρεπε…και να χάνει σταδιακα την ελευθερία του που τόσο πολύ ποθεί.. Τα δελφίνια που ακολουθούν όλο το κείμενο είτε σε αγάπη είτε σε ένα κολιέ..είτε σε ένα ξενοδοχείο…δώσανε αυτο το διαφορετικό στην ιστορία που την απογείωσαν… Μπράβο!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ερωτηματολόγιο 2017

Βοηθήστε μας να γίνουμε καλύτεροι!

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!