Narcissus Rex, του Γιώργου Τσιόγγα

Narcissus Rex, του Γιώργου Τσιόγγα

narcissus-rex

«η ζωή περνάει απ’ όλα τα χέρια () θλιμμένη κι ανυπόταχτη () ποια νέα απορρόφηση θα ταίριαζε σ’ εμένα () που κάθε μου ενάργεια () ήθελα μόνο να μαγαρίσω» (Τσιόγγας Γιώργος, ‘’Narcissus Rex’’).

Η δεύτερη ποιητική συλλογή του Γιώργου Τσιόγγα φέρει τον τίτλο ‘’Narcissus Rex’’. Το συγκεκριμένο ποιητικό πράττειν είναι ιδιαίτερο, πυκνό στη γραφή του, με μία δομή που ιστορεί, υπαινίσσεται & ελίσσεται, που συμπληρώνεται από λέξεις εκτός του «σώματος» του κυρίως ποιήματος έτσι που μπορούμε να μιλήσουμε για ελικοειδή ποιήματα-θραύσματα, διαμεσολαβημένα από προθέσεις,  ποιήματα άνω· και ποιήματα της κάτω γραμμής (ή λέξεις προς το ποίημα).

Η ποιητική συλλογή ‘’Narcissus Rex’’ στη βάση της είναι και λειτουργεί αμφίδρομα: σε σχέση με έναν αναγνώστη που προσδιορίζεται έμμεσα ως συν-διαμορφωτής, που δύναται να παρέμβει και να «συνομιλήσει» με την όλη δομή, με εκείνες τις λέξεις που ερμηνεύουν και προχωρούν-συγκροτούν μία σύμμεικτη εννοιολογική κατασκευή απύθμενη και κάθετη. Ο Γιώργος Τσιόγγας διαμορφώνει έναν ποιητικό λόγο διάστικτο από την σωματική επαφή, από ελάσσονες & μείζονες παρεμβάσεις, από δυνατές & αδύνατες εξεγέρσεις. Κάθε ποίημα, (ποιητικό θραύσμα) λειτουργεί «ανίερα» δοσμένο, λεκτικά-νοητικά αποδομητικό,  με μία προδιάθεση «γυμνής» αποκάλυψης και σχεδόν υπερρεαλιστικής «εικονοποίησης»: η εικόνα ή οι εικόνες, αποδίδονται αντίστροφα, ενσκήπτουν από τα ‘κάτω’ προς τα ‘άνω’, ανοιχτές, λογικά και «παράλογα» εγκιβωτισμένες.

Είναι ο ίδιος ο τρόπος του ποιητή να μιλήσει, να αφηγηθεί ποιητικά και να ακουστεί, να εξεγερθεί & να σιωπήσει, διαμέσου της χρήσης λέξεων και της παραπομπής σε εικόνες ξαφνικής οπτικής αναλαμπής, σε συνειρμικές εικόνες που η δυναμική τους έγκειται στο ότι συνιστούν μία πραγματικότητα πρισματική και αντεστραμμένη, μία πραγματικότητα, μία υλικότητα που δομείται και «δονείται» εντός ποίησης. «Σαν έτοιμος από καιρό», ο ποιητής καθίσταται «τροφή»  της δικής του ποίησης, «εργαλείο» για να βγει προς τα έξω: «πόες ειμί (10) το αίμα θα πω (11) το χυτήριο που δίνει το χάδι (12) μα δεν θέλω να προφέρω τ’ όνομα μου (13) η γλώσσα μου είναι μία ελαφρόπετρα»[1].

Και η «τροφή» θέλει να εκβάλλει προς πεδία όπου πιονέροι και μη δραστηριοποιούνται, αναζητώντας το ίδιο το συμβάν της ποίησης: την ορμή (ορμητικότητα) με την οποία δύναται να «διατρέξει» το γίγνεσθαι, την παύση των σωμάτων, την ‘εξορία’ από τον χώρο.

Με μία σχεδόν λυρική απόδοση γλωσσικών τεχνασμάτων, ο ποιητής Γιώργος Τσιόγγας συναρθρώνει το λόγο με την εικόνα, ‘συλλαμβάνει’ την απουσία ως δυνατότητα,  παραπέμπει σε μία δυνητική «ανάθεση της ευθύνης», αφηγείται  την έσχατη πράξη ως αρχική-πρωταρχική: «μα δεν θέλω να προφέρω τ’ όνομα μου», γράφει ο ποιητής. Το όνομα που περιβάλλεται από μνήμες, από διηγήσεις, από ιστορίες εντός & εκτός των τειχών. Το όνομα δεν μένει παρά μόνο ως ο αχός της ποίησης, σημαινόμενο μία δράσης που δομείται σαν εκκρεμές, η συνήχηση ενός ποιητικού υλικού που κινείται στο μεταίχμιο μεταξύ πνευματικής αντίληψης και γραπτής απόδοσης, ‘σύλληψης’ των δυνατοτήτων-ικανοτήτων της γλώσσας.

«Δεν θέλει να προφέρει τ’ όνομα του» για να «προφέρει» την απομυθοποιητική διάσταση της ποίησης, την αποτύπωση του «μιαρού» και του φθαρτού, του βάρους των πραγμάτων, την αποκρυστάλλωση της πρωτεϊκής εικόνας:  ποίηση μέσω και δια του σφάλματος, και, για να παραπέμψουμε στον ποιητή, «αίμα» της κοινωνικής-πολιτικής ιστορίας, της «στυγνής» απώλειας, ερωτικό χάδι[2] και & απειθαρχία σωμάτων, (και έρωτας με τον καιρό), γλώσσα-«ελαφρόπετρα»: πεδίο λεκτικών συνδυασμών, ύλη ποίησης, ‘μονάδα’ αντίληψης, ‘όρος υποκειμενοποίησης.

Ο Γιώργος Τσιόγγας μετέρχεται το μέσο του αναγωγισμού: ανάγει και μετουσιώνει την ποίηση ως ιδιαιτερότητα, ως υπαρκτή ύλη (και αντίστροφη) μέσα σε ένα πλαίσιο  «τεχνολογικοποιημένων» αντιλήψεων-αντανακλάσεων, ως λόγο εξ επαφής, ως το δομικό συμβάν που περιλαμβάνεται στο πολύμορφο γίγνεσθαι. Και αναζητεί την επικοινωνία, το αναποδογύρισμα του εαυτού, το σώμα που σχετίζεται & που κινείται.

«υποτάσσομαι  () υποτάσσομαι μένει να πω χαμηλόφωνα γλυκά () κι όσο δεν παίρνει που έχω μόνο () μια στυφή γεύση λάμψης τελευταίος () των εστεμμένων σε θειάφι οραματίζομαι () τις αλέες την τυραννία μες στη σύρραξη () κορμών και μπράτσων μου μένει απλά () να χαθώ στ’ όνομα μου».[3]

Να «χαθεί» αναφέρει, να καταστεί έτερος προς τον εαυτό του, μνήμη και λήθη της ποίησης, να αρθρώσει την «υποταγή» σε γλωσσικές «παγίδες», αλλά και την προσωπική του εξέγερση που είναι ο κερδισμένος-διευρυμένος χώρος του, η κοινωνική ολότητα εν βρασμώ, υποκείμενες υπάρξεις εν δράσει. Η εξέγερση του ποιητή προτρέπει. Η ποίηση του σχετίζεται με αυτό που θα αποκαλούσαμε όψη του μη-κανονικού, του σπειροειδούς χρόνου, της αλληλουχίας των σωμάτων που όλα μαζί συγκροτούν-δομούν μία κοινότητα «εκρήξεων» & αποδόσεων, της ατομικότητας που εξιστορεί την ποίηση έτσι όπως δεν είναι και έτσι όπως είναι: ευρύτητα & επιτέλεση, εικόνα αντίστροφη, «παλλόμενη».

 «Εδώ θα κοινωνήσετε το φωσφορίζον ύδωρ μου (14) θα σας δώσω μία πηγή κι ένα λωτό».[4]

[1] (10) Τοπίο (11) ερωτρόπιο (12) ανάγλυφο (13) τι πανάκριβη στόφα.. Βλέπε σχετικά, Τσιόγγας Γιώργος, ‘’Narcissus Rex’’,  Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα, 2015, σελ. 2. Στο ‘’Narcissus Rex’’, η ποίηση, εν ευρεία εννοία, συνιστά ένα διαρκές και εναλλασσόμενο παίγνιο αναζήτησης και εύρεσης λέξεων, απόδοσης πρωτοβουλιών από την ποιητή στον αναγνώστη. Πραγματικά, ο αναγνώστης δύναται να προσλάβει την στιγμή και τη σημασία που έχει για τον ποιητή, η εξελικτική  διαδικασία άρσης της εντροπίας. Σε μία κλίμακα συνηχούμενων ρυθμών, το ποιητικό του γίγνεσθαι αναπτύσσεται ωσάν μελέτη των οραμάτων.

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

_____

[2] Η ποίηση ορίζει την έννοια του σχετικού έρωτα, του έρωτα που δομεί την ταυτότητα του είναι..

[3] Βλέπε σχετικά, Τσιόγγας Γιώργος…ό.π., σελ. 18.

[4] (14) όλα είναι στολισμένα. Βλέπε σχετικά, Τσιόγγας Γιώργος…ό.π., σελ. 3.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος