Ανατριχιάζεις πάνω μου
και άξαφνα η δύναμή σου χάνεται
σ’ ένα πρωτόγνωρο αίσθημα κτήσης.
–
Λαχταρώ την άστατη ανάσα σου,
τον άρρυθμο παλμό του στέρνου σου
την ύστατη στιγμή του πόθου.
–
Σ’ εξουσιάζω στους τύπους:
με διψασμένα χείλη αναζητώ
κρυφές στάλες στο κορμί σου.
–
Ώριμη αλμύρα στο ζεστό σου δέρμα
ρευστό ναρκωτικό, γλυκό, οικείο.
–
Το κορμί σου αναριγεί,
στον παλμό της ένωσής μας,
μια άνιση πάλη δίχως νικητή,
για να τραφούμε ο ένας απ’ τον άλλο.
–
Η ανίερη γεύση σου υγραίνει τη γλώσσα μου,
ποτίζει τα αχόρταγα χείλη
στο παιχνίδι μιας μοναχικής έκστασης.
–
Στη συμφωνία που διευθύνει η ρυθμική σου ανάσα,
αδύναμη από το μισάνοιχτο στόμα,
και τα γυμνά σου γόνατα
να συμπιέζουν τα δάχτυλά μου,
καθώς σε αγγίζω, ντροπαλά, αδέξια, αγωνιωδώς, παραδομένα.
–
_
γράφει η Έφη – Μαρία Παπία








0 Σχόλια