
γράφει ο Μιχάλης Κατσιγιάννης
Αναπόληση, ένταση, αναστοχασμός. Αυτά θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι κάποια απ’ τα βασικά θέματα που κυριαρχούν στην ποιητική συλλογή ‘Τα θαλασσοπούλια του άλλου Αυγούστου’, του Αλέξανδρου Μιχάλογλου. Ο ποιητής αυτοαναλύεται ενδελεχώς μέσα από το πρίσμα ενός ήπιου, θολού – αλλά και βαθιά άμεσου και διαπεραστικού – λυρικού τόνου και μοιάζει να περιδιαβαίνει τα χρόνια ή μάλλον καλύτερα, τον χωροχρόνο της ζωής του.
Διαβάζοντας κανείς προσεκτικά τη συλλογή του Μιχάλογλου και προσπαθώντας να εισχωρήσει στην εξομολογητική διάθεση που εκπέμπει, νομίζει ότι πρόκειται για έναν ποιητικό μονόλογο, χωρισμένο, τακτοποιημένο σε στίχους. Η μελαγχολία είναι κάτι παραπάνω από κυρίαρχο υλικό, ενώ η απορία, η στοχαστική αναζήτηση κι ένα θαρρείς ερωτηματικό ζωής δεσπόζει στις λέξεις του ποιητή, κάνοντάς τες να μιλούν περεταίρω και να εννοούν περισσότερα:
Λίθινοι συνειρμοί
Σε έναν ορίζοντα όπου η σάρκα ακολουθεί
Την κορυφογραμμή της θλίψης.
Κατεβαίνοντας το ξεροβούνι,
Από την ανάγλυφη μεριά του ουρανού
Αχνές οπτασίες κι άυλα πρόσωπα κωπηλατούν
Σε βαριά σύννεφα απελπισίας.
Κι η ματιά μου φλόγα ατέρμονη
Όλο γρικούσε, όλο αγωνιούσε.
Μην και βρεθώ σε εκστατικές ρωγμές
Του νου και των ονείρων.
Τρομαγμένος, έστελνα πισωπατώντας
Κραυγή ανθισμένου γιασεμιού
Το γλυκοχάραμα να με ξυπνήσει.
Και στο πρεβάζι, αναμαλλιασμένος, ακόμη
Έψαχνα την αλήθεια
Που σκορπισμένη περίσσια ολούθε περιγελούσε (σελ. 26).
Η γραφή του ποιητή, εύτακτη, συγκινησιακή και εικονοπλαστική, καλεί τον αναγνώστη να προσλάβει το περιεχόμενό της σα να πρόκειται για ένα ποιητικό ημερολόγιο στο οποίο παρατηρούμε τον ποιητή να επιχειρεί μια ενδιάτριψη στα πεπραγμένα. Με άλλα λόγια, πρόκειται για την ασχολία του ποιητή με την ίδια τη ζωή όπου ο πρώτος, με ένα λοξό βλέμμα στη δεύτερη, προσπαθεί να συλλάβει την ουσία της, να κατανοήσει τα γεγονότα της και να συμπορευθεί μαζί της, συμμετέχοντας σ’ ένα θέατρο της εσωτερικής σκέψης, σ’ έναν χορό με τις αναμνήσεις, αλλά και με την ίδια τη φύση των αναμνήσεων:
Ει, Θαλασσοπούλια,
Σαν δώσετε όνομα σε δειλινό
Και στις νύχτες φεγγάρι,
Θα πάρει σχήμα θημωνιάς
Η συνήθεια του μυαλού
Την ομορφιά με λέξεις να μαζεύει.
Και τη φτώχια μου αράδιασα στην ακτή,
Κομπασμούς, παινέματα και κολακείες.
Και σιμά στη ρίζα της φωνής,
Ψίχουλα λιγοστά διαλεγμένης υπομονής.
Ποιας μοίρας ο δισταγμός άφησε κι άθροισα
Φύλλα ξερά, εύθραυστα, και πευκοβελόνες;
Σκυφτή όμως έκλαιγε στον Νοτιά
Κι άχνιζε η ψυχή,
Και ψηλά, πολύ ψηλά,
Στις γειτονιές των αστεριών
Αντιβούιζε ευωδιά αληθινής ελευθερίας (σελ. 34).
Η συλλογή του Μιχάλογλου, μια ποιητική αφήγηση, ένα χρονικό συντεθειμένο σε στίχους και στροφές, αποτελεί μάλλον την ανασκαφή της ζωής, μιας ζωής που πέρασε, περνά και θα περνά. Ο χαμένος χρόνος – τεράστιο λογοτεχνικό θέμα – δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση. Και αυτό είναι κάτι που ο ποιητικός λόγος (γενικά και) του Μιχάλογλου (ειδικά), μπορεί να το αναδείξει και να το διαχειριστεί στο έπακρο.






0 Σχόλια