Σχολικός εκφοβισμός
Γλώσσα και Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου
Κριτήριο Αξιολόγησης
–
Η αντίληψη του Εαυτού για το άτομο είναι μια γενική έννοια που αναφέρεται στην αξιολόγηση της αξίας του και στην αυτοεκτίμησή του. Οι ποιότητες αυτές είναι πολύ σημαντικές, ιδιαίτερα στην εφηβεία, όταν τα παιδιά αποκτούν όλο και μεγαλύτερη δυσκολία να αντιληφθούν τη σχέση ανάμεσα στον ιδανικό και τον πραγματικό Εαυτό τους και επηρεάζονται στις εκτιμήσεις τους από την εικόνα που έχουν τα ίδια, αλλά και οι άλλοι για το άτομό τους. Το άτομο διαμορφώνει την αυτοαντίληψή του, κατά τη διάρκεια της σχολικής ηλικίας, αφ’ ενός από την εικόνα που έχει για την εξωτερική του εμφάνιση, και αφ’ ετέρου από τη δυνατότητα επίτευξης κοινωνικών και ακαδημαϊκών δραστηριοτήτων.
Οι αντικειμενικές και παρατηρήσιμες παράμετροι -που αφορούν την εξωτερική του εικόνα και που το καθιστούν ευάλωτο- είναι η απόκλιση από το επιθυμητό βάρος, τα προβλήματα ακοής, τα προβλήματα όρασης, οι ορθοσωμικές ανωμαλίες, το χαμηλό ανάστημα, τα δερματικά προβλήματα και η ετερότητα στη σεξουαλικότητα. Τα παραπάνω, μαζί με τις μαθησιακές δυσκολίες, που δεν αφορούν την εξωτερική εμφάνιση, και τις αναπηρίες σχετίζονται με αρνητική εικόνα Εαυτού, και άρα με χαμηλή αυτοεκτίμηση που σχετίζεται θετικά με τη θυματοποίηση.
Για την αντίληψη των μαθητών ο εκφοβισμός είναι, σε γενικές γραμμές, κάθε ανεπιθύμητη πράξη λεκτικής, φυσικής ή κοινωνικής/σχεσιακής επιθετικότητας. Τα παιδιά αντιλαμβάνονται το φαινόμενο και το αναγνωρίζουν ανάλογα με την ηλικία τους, με τα μικρότερα παιδιά να εστιάζουν στη βασική διάκριση επιθετικών και μη επιθετικών συμπεριφορών, ενώ τα μεγαλύτερα παρατηρείται ότι έχουν μια πιο ξεκάθαρη άποψη για τις αποχρώσεις στην οριοθέτηση της έννοιας.
Ένας πρόσφατος ορισμός επανατοποθετώντας όλα τα κριτήρια υπό το πρίσμα των νέων δεδομένων, ορίζει ως βασικά χαρακτηριστικά του φαινομένου α) τη στοχευμένη συμπεριφορά, β) την ανισορροπία δύναμης και γ) την πρόκληση βλάβης των θυμάτων. Αν και τυπικά είναι βασική η έννοια της επανάληψης, βλέπουμε ότι αναγνωρίζεται ως ικανή, αλλά όχι τόσο αναγκαία συνθήκη όσο είναι η στοχευμένη («goal oriented») -όχι απλά σκόπιμη (intentional)- εχθρική ενέργεια για τον εκφοβισμό. Με τον τρόπο αυτό δηλώνεται η στενή σύνδεση του φαινομένου με την προληπτική (proactive), παρά με την αντιδραστική (reactive) επιθετικότητα. Στον αναθεωρημένο αυτό ορισμό του σχολικού εκφοβισμού διαφαίνεται και η σημασία της ανισορροπίας δύναμης ως σημαντικό συστατικό στοιχείο του εκφοβισμού το οποίο διαχωρίζει τους θύτες από τα θύματα.
Η βίαιη, πάντως, και επιθετική συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από τυχαιότητα, μεταξύ παιδιών ίδιας ή παρόμοιας δύναμης (ψυχικής ή σωματικής) και ίσως χωρίς σοβαρές συνέπειες για τα θύματα, δεν αποτελεί σχολικό εκφοβισμό. Αντίθετα, στον εκφοβισμό ως θύμα επιλέγεται το πιο αδύναμο παιδί και η αντίστοιχη συμπεριφορά εναντίον του είναι συστηματική και με σκοπό να επιβεβαιώσει τη δύναμη του θύτη. Επομένως, οι εμπλεκόμενες δυνάμεις δεν είναι ίσης ισχύος, γιατί ο εκφοβισμός αφορά σε «επίδειξη δύναμης μέσα από την επιθετικότητα και την κυριαρχία». Μάλιστα, σε πρόσφατη διερεύνηση ενός εθνικά αντιπροσωπευτικού δείγματος στις Η.Π.Α., οι μαθητές της πρώιμης και της όψιμης εφηβείας που αντιλαμβάνονταν τον δράστη ως έχοντα περισσότερη ισχύ, ανέφεραν ότι υποφέρουν από δυσμενέστερες επιπτώσεις (πχ κατάθλιψη, αυτοκτονικό ιδεασμό) σε σχέση με τα θύματα που δεν αντιλαμβάνονταν δυναμική ασυμμετρία.
Ο Olweus διαχωρίζει τον σχολικό εκφοβισμό από το παιγνιώδες «πείραγμα». Το «πείραγμα» εκδηλώνεται μεταξύ φίλων, δε στοχεύει, ούτε καταλήγει σε πρόκληση πόνου των άλλων και έχει ως πρόθεση τον αστεϊσμό και τη διασκέδαση αμφοτέρων των πλευρών. Παρόλα αυτά, παραδέχεται ότι το «πείραγμα» μετατρέπεται σε εκφοβισμό, όταν επαναλαμβάνεται με κακοήθεια, όταν προκαλεί δυσφορία στον αποδέκτη και χάνει το αρχικό του νόημα.
Κατά τον Olweus, στο πλαίσιο του σχολείου, ο εκφοβισμός εκφράζεται είτε με τη σωματική, είτε με τη λεκτική, είτε με την κοινωνική του μορφή.











