Ήμουν κάποτε χρυσάνθεμο.
Το σχήμα μου η μορφή σου.
Κάθε πέταλο μου μια πτυχή του εαυτού σου που κανείς τους δεν μπόρεσε να δει.
Ας’ τους να πιστεύουν πώς δεν ήσουν δα και τόσο ξεχωριστός.
Μα που να ήξεραν πώς εσύ με πότιζες,
εσύ μου έδινες ζωή.
Χάρη σε σένα άνθιζα.
Όμως, όσο περνούσε ο καιρός άρχισες να με ξεχνάς.
Με είχες παραμελημένη στην πιο σκοτεινή γωνιά του μπαλκονιού σου, ενώ έδινες
περισσότερη σημασία στα άλλα σου λουλούδια.
Ίσως η όψη τους, ίσως η μυρωδιά τους κατάφεραν να σε σαγηνεύσουν πιο πολύ από
τη δική μου.
Μα γιατί;
Θυμάμαι κάποια βράδια που μου ψιθύριζες πως ήμουν το πιο λαμπρό και ξεχωριστό
λουλούδι που είχες ποτέ.
Ώσπου, κάποια στιγμή, με ξέχασες ολότελα.
Τα πέταλα μου μαράθηκαν και σκούρυναν.
Σταμάτησαν πια να εκπέμπουν αυτή τη λάμψη που σε κράταγε κοντά μου.
Μια μέρα, όμως, με θυμήθηκες και άρχισες να με ποτίζεις ξανά με την ελπίδα πώς θα σωθώ.
Μα η ζημιά που μου είχες κάνει ήταν ανεπανόρθωτη.
Δεν μπόρεσα να ανθίσω ποτέ ξανά- γιατί δεν είχες καταλάβει ότι με είχες καταστρέψει ολοκληρωτικά.
Ή μάλλον… έτσι παρίστανες.
_
γράφει η Ηρώ Πούλια








0 Σχόλια