Η κόλαση έξω από εμάς

Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

Στη Θεσσαλονίκη, η φοιτητική παρέα, απολαμβάνει τον φραπέ και λιάζεται σε μια από τις καφετέριες της Καμάρας, λίγο πιο κει σε ένα σκιερό παγκάκι, κάτω από έναν ήλιο του Σεπτεμβρίου. 

Η συζήτηση είναι για ταινίες. Η Μίνα λέει, «είδα μια γαλλική προχθές το βράδυ στο σινεμά· είχε τη Νατάλια σε γυμνά πλάνα και γυρίσματα αισθησιακά». Ο Μιχάλης δίπλα της, της έπιανε το χέρι. Εκείνη έκλεινε τα μάτια, κατάπινε το σάλιο της και ένα ρίγος σφριγηλό τής έλιωνε το σώμα. 

«Εσείς απόψε τι θα δείτε;»

«Θέλω να δω την «κόλαση μέσα μας», κάγχασε ο Μιχάλης, και χάιδεψε (ευλογώντας) τα γένια του, (για να ρίξει άδεια και να πιάσει γεμάτα) και ένωσαν τα πέλματα τους κάτω από το κατάφορτο πλαστικό τραπεζάκι. 

«Τι έχεις και είσαι έτσι παιδί μου; Να σου φτιάξω έναν καφέ, μισό λεπτό, δεν θα αργήσω», είπε η συμπαθέστατη σερβιτόρος που είδε τη χλωμάδα στο πρόσωπό της Μίνας, που διέφυγε των άλλων συνδαιτημόνων. Μάλλον η χλωμάδα η δική τους περιορίζεται στα χείλη τους και στο ψεύτικο χαμόγελό τους.

Αγνοώντας τους η Μίνα άλλαξε θέση και κάθισε δίπλα στον Μιχάλη. Του εξιστορεί την υπόθεση της ταινίας. Και προχωρά: «Αυτή είναι η εικόνα μου;…»

«Φοβούμαι ότι είναι, ξεκάθαρα είναι.»

«Όχι δεν είναι, μην αγχώνεσαι», ηχεί μαλακτικά η τρυφεράδα του Μιχάλη.

Η Μίνα περιορίστηκε να χαρεί σιωπηλά, αγκιστρωμένα τα μάτια της πάνω στο σώμα του Μιχάλη. 

Άνθρωπος που διστάζει να ακολουθήσει την πλευρά των άλλων και να πειστεί από τους άλλους. 

Χαίρεται μόνη της. Λυπάται μόνη της. Άλλωστε δεν θα είχε τα κότσια να είναι απαισιόδοξη αν είχε εκδηλώσει τη χαρά της που εκείνος την αγαπάει. Χαίρεται μέσα της ύπουλα και κρυφά. Είναι υποκρίτρια.

Οι δε άλλοι ξέσπασαν σε νευρικά γέλια και επευφημίες: «έλα, Μίνα, αφού ξέρεις τι θέλει ο Μιχάλης…!»

-Τώρα πρέπει να σας αποχαιρετήσω, είπε εκείνη και με θάρρος έσπρωξε πίσω την πλαστική καρέκλα και σηκώθηκε και έφυγε για το διαμέρισμά της, βγάζοντας από το πορτοφολάκι της – αντί για κέρματα να αφήσει στο τραπέζι – την κάρτα απεριόριστων διαδρομών.

Καθώς απομακρυνόταν από την παρέα με μεγάλους όσο μπορούσε διασκελισμούς, για να αποφύγει να ακούει αυτά που λένε όλοι που μένουν πίσω στην παρέα για όλους που σηκώνονται από τα τραπέζια, σαν να της χαράχτηκε στο νου η φράση: «ποτέ δεν θα….». 

Ίσως και να ‘ταν φαντασία της, ψιθύρισμα του νου της, ή μήνυμα από αγγέλους, ποιος ξέρει(;). Όμως της ξέφυγε η τελευταία λέξη· την πήρε ο αέρας. Πάντως τα γέλια τα άκουσε και αδιαφόρησε οικτρά. Είχε ήδη επιβιβαστεί στο αστικό λεωφορείο όταν θυμήθηκε ότι δεν είχε πληρώσει τον καφέ.

Ξάπλωσε (ω, ασφαλής λύση, μετά την κούραση του καφέ) ήρεμα και όμορφα στο γιατάκι της για να ρεγουλάρει τους τρελούς ρυθμούς των αυτοκινήτων και να μελετήσει τις επόμενες ελάχιστες κινήσεις της («μία τη φορά, Μίνα λεβεντιά»).

Στο όνειρό της εκείνο το βράδυ η Μίνα είδε τη Νατάλια γυμνή να κάνει έρωτα με ένα φάντασμα και όταν ξύπνησε είχε μια παράξενη αίσθηση σαν να μούδιαζε όλο της το σώμα. Ανακάθισε στο κρεβάτι. Δεν πειράζει που δεν ξανακοιμήθηκε. Περίμενε το ξημέρωμα.

Ξύπνησε με ένα ασφαλές ψιλόβροχο. Να θυμηθώ να πετάξω τα σκουπίδια, σκέφτηκε, καθώς θα βγαίνω· να πάρω την ομπρέλα μου, να μπω στο ταξί που θα με πάει στο κοιμητήριο. Πάντα το κοιμητήριο προσφέρει ακούσματα από τους νεκρούς, και ας είναι χαραγμένη η λέξη «ΣΙΩΠΗ», πάνω στο μνήμα της προσφιλούς της νεκρής.

«Θα βάλω λαμπάδα και θα καθαρίσω το μαρμάρινο ανθοδοχείο δίπλα στο μνήμα, που θα χει γεμίσει αποτσίγαρα και δάκρυα από τον διπλανό τάφο, από τον θάνατο ενός νεαρού παιδιού.»

Στη διαδρομή της προς την Αναπαύσεως ατενίζει τα κυπαρίσσια και τα πεύκα. Είναι ψηλά και κουνούν τα κεφάλια τους στο διάβα του ανέμου. Θυμήθηκε τις λέξεις του τραπεζιού που έγιναν παρανάλωμα του αέρα. Αφαιρείται όπως κάθε φορά που καταλαγιάζουν μέσα της οι παραστάσεις και ονειρεύεται.

Περιδιαβαίνει τους λαβυρίνθους. Στέκεται σε ένα μεγάλο μνήμα. Αισθάνεται το γέλιο των πεθαμένων. Λίγα λουλούδια στη μνήμη της. 

Ένα σπουργιτάκι κάθεται πάνω στο μνήμα, σαν κάποιος να της τείνει το χέρι. Είναι η μητέρα από το γειτονικό μνήμα. «Καλή Ανάσταση» της λέει, αμήχανα. 

«Επίσης, να ‘στε καλά….» 

«Δεν αλλάζει τίποτε», συμπλήρωσε. Δεν παρηγορήθηκε ακόμη, σκέφτηκε η Μίνα και δάκρυσε. Ήταν η πρώτη φορά που πληγώθηκε τόσο βαθιά για τις λύπες των άλλων.

Τη μεθεπόμενη μέρα η φοιτητοπαρέα ανεβαίνει εκδρομή στην Άνω Πόλη. Η Μίνα προχωρά και στέκεται στην άκρη του βράχου για να τραβήξει φωτογραφίες. «Σχεδόν σαν να με κρατούσες, Μιχάλη απ’ το χέρι για να μην πέσω», θα έγραφε η ίδια το βράδυ στον απολογισμό της στο τετράδιο.

Ανακάθεται στον βράχο, δένει τα γόνατά της με τα χέρια της. Ο Μιχάλης τής φωνάζει από μακριά. «Ήσουν έτοιμη να πέσεις στο κενό προσπαθώντας να πιάσεις τα φτερά του γλάρου που πέρασε σε απόσταση αναπνοής από πάνω σου.»

Ένα μικρό απόγευμα η Μίνα κλείνει βιαστικά τα χαρτιά της, αφήνοντας όλες τις δουλειές της. Προχωρά διστακτικά προς την έξοδο. Κλείνει με επιμέλεια την πόρτα και κλειδώνει σχολαστικά. Κατεβαίνοντας τη σκάλα, ο ήχος του τηλεφώνου την κάνει να γυρίσει πίσω. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο Μιχάλης. Ήταν να γίνει. Να μην καταφέρει να φύγει.

Πετά την τσάντα και το παλτό της σε μια πολυθρόνα. Τα γεγονότα ανέτρεπαν όλα τα σχέδιά της. Πήρε να ετοιμάζει το σακ βουαγιάζ και λίγο αργότερα στο πρακτορείο για να κλείσει θέση. Κάτι σημαντικό θα θέλουν να μου πούνε, σκεφτόταν καθώς περπατούσε στο δρόμο και παραλίγο να την πατήσουν δυo αυτοκίνητα. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί.

Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος, και ο καιρός κρύωνε απότομα. Ετοιμάζεται να πάρει το λεωφορείο για το Πανεπιστήμιο. Στη στάση πια, έβλεπες τα πάντα, κάθε είδους ανθρώπους τρελούς και μισότρελους και εσύ να έχεις το νου σου αλλού. 

Εξήγηση γιατί της τα εκμυστηρεύτηκε όλα αυτά ο Μιχάλης δεν είχε καταφέρει να δώσει. Θυμήθηκε τη λέξη «ΣΙΩΠΗ». Κι όμως! Το μνήμα έλεγε ξεκάθαρα πώς πρέπει να κινηθεί. Χαμογέλασε πραγματικά ικανοποιημένη. Και στρώθηκε στη δουλειά.

Στη νοικιασμένη γκαρσονιέρα της παλεύει με τις γραμμές στα βιβλία της, για να πάρει πτυχίο.

Τα όνειρά της από παλιά είχαν ερωτικές σκηνές που έμεναν ατελείωτες.

Νωρίς το πρωί η Μίνα παραδίδει τη βαλίτσα της στην μπαγαζιέρα και λίγο πριν δώσει το εισιτήριό της στον εισπράκτορα, έβαλε το χέρι στη δεξιά τσέπη της ζακέτας της. Στη χούφτα της γυάλισε μια μικρή μαύρη πέτρα και με μια απότομη κίνηση την άφησε να πέσει πίσω από το κεφάλι της. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια του λεωφορείου της και βολεύτηκε με αδημονία στη θέση της που είχε τον αριθμό 21.

Σαν σε όνειρο αναλογίζεται τον Μιχάλη και τον μαλώνει που το τζάκι τους είναι σβηστό και ο ουρανός μελανός. 

-Να έχεις τη συνείδησή σου ήσυχη, πήγα στο κοιμητήριο εχθές. Το καντήλι είναι αναμμένο στο μέσα παραθυράκι πάνω από το μνήμα, δεν είναι παρατημένο, ξεχορτάριασα γύρω γύρω, τοποθέτησα κόκκινα τριαντάφυλλα στο μαρμάρινο ανθοδοχείο, πέταξα τα αποτσίγαρα από το γειτονικό μνήμα, χάιδεψα τη μαρμάρινη πλάκα. 

-Με ποιον τρόπο μπορώ να ξαναγυρίσω;

-Αφού το θέλω πραγματικά, το βλέπω στο όνειρό μου να κρέμομαι και να πέφτω στ’ αλήθεια αλλά να πέφτω στα μαλακά. Ο τρίτος όροφος να γίνεται δεύτερος, ο δεύτερος πρώτος και έτσι να πέφτω στον καταπράσινο ακάλυπτο χωρίς να σπάζω ούτε καν τα πόδια μου.

-Επιπλέω παντού, επιπλέω στη θάλασσα, κολυμπώ βαθιά, φτάνω στις σημαδούρες, στο δίχτυ.

Η Μίνα πήρε ένα κομμάτι λευκό χαρτί και έγραψε: «ποτέ δεν θα ‘ναι πια το ίδιο. Ίσως κάποιες συνήθειες να μείνουν. Αλλά ποτέ πια δεν θα ‘ναι το ίδιο.» Το φακέλωσε και το έριξε στη γραμματοθυρίδα του Μιχάλη.

-Ίσως όταν κοιτάξεις το παρελθόν σου, την παρηγορεί ο Μιχάλης, τα πρώτα σου χρόνια· σαν να τα έζησε κάποιος άλλος…

Η Μίνα τον περιμένει με λουλούδια στα χέρια από το κοιμητήριο.

Ο Μιχάλης τής προσφέρει τη ζεστή αγκαλιά του.

Παίρνουν τον καφέ τους και κάθονται σταυροπόδι πάνω στο γρασίδι. 

-Να έρχεσαι να κάνουμε λίγο παρέα, φωνάζει η Μίνα προς την απέναντι ταράτσα όπου οι δυο νοικοκυρές άπλωναν τα βαρειά χειμωνιάτικα ρούχα. Είχε μπει η άνοιξη πια. 

Τρέχει στην κουζίνα να σβήσει τον φούρνο. Παραμερίζει λιγάκι την κουρτίνα, ξανακοιτά την κοπέλα στο απέναντι παράθυρο. Αυτή δεν την βλέπει.

Η Μίνα στέκεται στο ξύλινο κάσωμα της πόρτας παρατηρώντας όσα συνέβαιναν γύρω της την κάθε στιγμή. Δεν βιάζεται πλέον. 

Στο κρεβάτι γυρνά από το άλλο πλευρό και καταφέρνει να την κλέψει ο ύπνος έστω για λίγο. Μπροστά στη Μίνα ξεπροβάλλουν τεράστια δέντρα, τεράστια σύννεφα, γιγάντια πουλιά. Κόκκινο το χάραμα, τη βρήκε να γράφει ασταμάτητα. 

Σηκώθηκε από το κρεβάτι, θυμήθηκε το ραντεβού με τον Μιχάλη.

Μέσα της χοροπηδούσε η χαρά, τον συνάντησε δέκα η ώρα ακριβώς. Ο Μιχάλης την περίμενε με μεγάλη χαρά, με μεγάλη αισιοδοξία. 

Κάθισαν στο παγκάκι, εκείνος άναψε τσιγάρο και η Μίνα του εκμυστηρεύτηκε πως αποφάσισε να μείνει κοντά του για πάντα.

Άλλωστε το κατάλαβε από μόνος του. Ήταν αλλιώς τώρα, ήταν διαφορετικά, Συζήτησαν ατελείωτα, άρχισε να βρέχει, τα πουλιά κρύφτηκαν στις φωλιές τους, όλη την πλατεία σκέπαζε μία γιγάντια νεφέλη, ο ουρανός κατέβηκε, το σύννεφο τούς τύλιξε, άνοιξαν ομπρέλες, φυσούσε πολύ. Ο αέρας πήρε τις ομπρέλες, τυλίχτηκαν με τα κασκόλ τους. Εκείνος έσβησε το τσιγάρο και πήραν το δρόμο του γυρισμού, όλα τα υπόλοιπα έμειναν στο παγκάκι και η βροχή τα ξέπλενε. 

Ένας κύριος πουλούσε ομπρέλες στο δρόμο, «ο καημένος», σκέφτηκαν «πότε θα ξεπουλήσει». Η Μίνα πληγώθηκε λιγότερο από την πρώτη φορά τότε στο κοιμητήριο.

Η βροχή δυνάμωνε, κόντευαν στα σπίτια τους που ήταν αντικριστά το ένα με το άλλο. Είπαν καληνύχτα και ξεκλείδωσαν τις πόρτες. Οι κουβέντες που είχαν μείνει στο παγκάκι χύθηκαν με τη βροχή στις σχάρες απορροής.

Μία καινούρια μέρα τους περίμενε. Ανέβηκε τη γυριστή σκάλα.

Κάτω από το παράθυρο της Μίνας, η φοιτητική πορεία, με συνθήματα να γράφονται στους τοίχους μέσα από καλούπια. 

Αυτό δημιουργούσε ένα σύννεφο περιέργειας στους θαμώνες και μυστήριας προσδοκίας. 

«Παιδιά, σηκώνουμε μανίκια και στρωνόμαστε στη δουλειά, οποιαδήποτε δουλειά.» 

Κλαδεύει τα γιγάντια δέντρα και τινάζει τα πουλιά που φωλιάζουν μέσα τους. 

Η μέρα ξεκινούσε καλά.



_

γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 12 – 13 Σεπτεμβρίου 2026

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 12 – 13 Σεπτεμβρίου 2026

Real News https://youtu.be/dg-84Kb5aQg?si=OFnZVuKwD7njKs0VΚαθημερινή https://youtu.be/Ve3MaBkZX_I?si=We4StRh1JpGoSmqS Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Τα ΝΕΑ Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων...

Διάττων αστέρας

Διάττων αστέρας

Έλαμψε. Φως. Διάχυτο. Η σκοτεινή ζωή του απέκτησε την αίγλη ενός λαμπερού αστεριού σε ένα κατασκότεινο καλοκαιρινό δειλινό. Θεώρησε πως πλέον είχε βρει την πυξίδα της ζωής του. Ακολούθησε πιστά το πλάνο, προσηλωμένος στην κατάκτηση της καρδιάς της. Εκτίμησε πως τα...

Ζωή μισή…

Ζωή μισή…

Δουλειά-σπίτι-δουλειά. Ζωή χωρίς χρόνο, χρόνος χωρίς ζωή. Αυτό ήταν το μονοπώλιο της ζωής του. Λίγες βόλτες με φίλους και φίλες, γεμάτος από παραστάσεις και ταξίδια. Πίστευε ότι αυτό ήταν αρκετό. «Ναι, είμαι πλήρης!» μονολογούσε ξανά και ξανά. Ήταν όντως όμορφα, ήταν...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ζωή μισή…

Ζωή μισή…

Δουλειά-σπίτι-δουλειά. Ζωή χωρίς χρόνο, χρόνος χωρίς ζωή. Αυτό ήταν το μονοπώλιο της ζωής του. Λίγες βόλτες με φίλους και φίλες, γεμάτος από παραστάσεις και ταξίδια. Πίστευε ότι αυτό ήταν αρκετό. «Ναι, είμαι πλήρης!» μονολογούσε ξανά και ξανά. Ήταν όντως όμορφα, ήταν...

Άλλοι φεύγουν και άλλοι έρχονται

Άλλοι φεύγουν και άλλοι έρχονται

Πιστεύουμε ότι το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Όμως πιστεύουμε λάθος. Διότι η κοίτη διατηρείται αμετακίνητη, πάντα, σταθερή. Όπως τα λόγια που με αγάπη ειπώθηκαν. Όπως οι αναμνήσεις, όσο παλιές και να ήταν. Άλλωστε, το βάθος, το πλάτος, το μήκος, η θερμοκρασία των νερών,...

αμφιθυμία

αμφιθυμία

Ο ήλιος τον έβρισκε στην παραλία να μαζεύει τα φύκια. Τα έκανε σωρούς και μετά με το ίδιο δικράνι τα γύριζε στη θάλασσα. Σε εκείνη ανήκαν. Σαν τέλειωνε καθόταν στο μπαλκόνι του και τις μιλούσε. Της θάλασσας κι εκείνης με τα αμύγδαλα μάτια -μόνο που εκείνα τα μάτια...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *