Από το παιδικό παράθυρο,
η παρουσία τους ξεπροβάλλει,
από το χέρι με παίρνουν
και με οδηγούν·
μπρος – πίσω, μπρος – πίσω
εδώ και εκεί,
στους βίους που δε συναντήθηκαν ποτέ,
μα είναι αδιάκοπα μαζί.
«…Αν τουλάχιστον μέσα στους ανθρώπους αυτούς
ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία».*
είναι οι στίχοι που με παιδεύουν
κι η Πρέβεζα κοντοζυγώνει τον Πολύγυρο.
Θάνατος είναι οι ομοφοβικές κουβέντες
που λέγονται στην υπηρεσία,
τα λαϊκά δικαστήρια των συναδέλφων,
που είναι «χρισμένοι» από την εξουσία.
Θάνατος είναι οι προσταγές των αιρετών και των προϊσταμένων.
Θάνατος οι συνήθειες της τοπικής κοινωνίας,
στις εθνικές επετείους της πατρίδας μπροστά από το μνημείο.
Ο διευθυντής το είπε στην υπηρεσία:
«Είμαστε όλοι ίδιοι στην εργασία»
και η συνεδρίαση έληξε με ένα σεξιστικό αστείο,
την ώρα που κάτω από το τραπέζι, προσεκτικά
χάιδευε το πόδι της στα κρυφά.
Σ’ είδα πατέρα μέσα στο πλήθος τους,
σ’ είδα να περπατάς στο διάδρομο,
ήσουν και εσύ ίδιος;
Κρατούσες το θυμιατό,
κρατούσες και το λιβάνι,
ορκιζόσουν στην Αγία Γραφή και στο Θεό – έπινες ουίσκι.
Γέλασες με ομοφοβικά ανέκδοτα,
άκουσες σεξιστικές ιστορίες,
υπέγραψες κάποιο δημόσιο έργο,
πήρες προαγωγή.
Έλαβες χειροκροτήματα,
πήρες κεράσματα και δώρα
σε έραναν με κρίνα.
…κοιμήθηκες τον ύπνο του «δικαίου».
Μπήκες μέσα στην εκκλησία,
μόνο για να πεις αντίο.
Κλειστό φέρετρο.
Σφραγισμένο.
Ξύπνησα! Έχεις φύγει.
Δεν είσαι στον Πολύγυρο,
δεν είμαι πια παιδί.
Η διαπραγμάτευση έληξε.
Ο θάνατος εμφανίζεται με στρογγυλή σφραγίδα,
περπατάει στους ίδιους διαδρόμους,
και ακολουθούν οι ψυχές των «αηδιασμένων”,
κι εγώ μπροστάρισσα, κρατώ στα χέρια μου τη σιωπή και τη θλίψη,
κι αντέχω να τις σπάσω;
_
γράφει η Λίλιθ
_____
*Η τελευταία στροφή από το ποίημα Πρέβεζα του Κωνσταντίνου Καρυωτάκη.








0 Σχόλια