Σημείωμα
Η ιστορία του αετού — του πλάσματος που καλείται, στα μέσα της ζωής του, να επιλέξει ανάμεσα στην επιβίωση και την αναγέννηση — αποτέλεσε για μένα έναν βαθύ υπαρξιακό καθρέφτη.
Αυτό το ποίημα γράφτηκε για να αποτυπώσει την αγωνία της αποδόμησης, τον κόπο της εσωτερικής εργασίας, τη σιωπή που φέρνει αλήθεια, τη στιγμή που ο άνθρωπος δεν επιστρέφει στον εαυτό του, αλλά τον ξαναχτίζει από την αρχή. Είναι το νήμα που ενώνει την απώλεια με την ελπίδα, την πτώση με την ανάταση, την ασφυξία της συνήθειας με το οξυγόνο της ύπαρξης.
Η Άνοιξη εδώ δεν είναι εποχή.
Είναι κατάσταση συνείδησης.
Αυτό το ποίημα αφιερώνεται σε όποιους βρέθηκαν κάποτε στη στροφή εκείνη
που ή έπρεπε να αλλάξουν,
ή να πάψουν να υπάρχουν.
Ι. Μεταίχμιο
Δεν άντεχα άλλο το βάρος των φτερών μου.
Είχαν γίνει μνήμη.
Όχι φτερούγισμα.
Το ράμφος μου,
που κάποτε χώριζε τον άνεμο,
τώρα λύγιζε μπροστά στην τροφή της ημέρας.
Και τα νύχια —
πότε έγιναν τόσο ξένα από το δάσος;
Ανέβηκα.
Μια βουνοκορφή σιωπής.
Κανείς εκεί,
παρά μόνο οι κραυγές που δεν φώναξα.
Και το σώμα μου —
σκέπη και φυλακή.
Χτύπησα.
Όχι για να σπάσω το ράμφος.
Για να σπάσω τη βεβαιότητα.
Να ξεμάθω.
Μέρες ατέλειωτες,
με αίμα στα φτερά
και ανάσες σπασμένες στα δύο.
Μα κάθε σταγόνα βροχής,
μια υπόσχεση.
Άνοιξη.
Και όταν άνοιξα ξανά τα φτερά,
δεν ήταν πια τα παλιά.
Ήταν ιστορίες.
Ήταν πληγές που έγιναν φως.
Πέταξα.
Όχι γιατί μπορούσα.
Αλλά γιατί δεν μπορούσα άλλο να μένω στο έδαφος.
ΙΙ. Η Σιωπή του Ύψους
Δεν υπάρχει καθαρτήριο
πιο έντιμο από τη μοναξιά του ύψους.
Εκεί, όπου κάθε απόφαση
δεν είναι επιλογή,
αλλά αρχή μεταμόρφωσης.
Η σιωπή δεν είναι στέρηση.
Είναι γλώσσα άλλης πυκνότητας,
όπου τα νοήματα δεν προφέρονται —
κατακτώνται.
Έμαθα να υποφέρω χωρίς πρόθεση,
να πενθώ χωρίς αντικείμενο,
να ανατέμνω το ίδιο μου το ένστικτο
χωρίς χειρουργό.
Ο χρόνος, σε αυτή τη βουνοκορφή,
δεν είναι γραμμικός.
Είναι κυκλικός,
σαν παλμός που επιστρέφει
μόνο για να δοκιμάσει
αν άντεξες τη μετάλλαξη.
Κάθε μέρα μια μικρή αποκαθήλωση.
Ένα κομμάτι από το παλιό εγώ
πέφτει σαν φλοιός
και αποσύρεται χωρίς επικήδειο.
Και στο τέλος —
όχι λύτρωση.
Μα κάτι πιο σπάνιο:
συνείδηση.
Ότι υπήρξες μια φορά
ένας άλλος
και δεν έχεις πια ανάγκη
να του μοιάζεις.
ΙΙΙ. Ανάμεσα σε Φως και Βαρύτητα
Δεν επέστρεψα για να δείξω
πως πέταξα.
Δεν είναι το ύψος που με ορίζει
μα η σιωπή που άντεξα εντός του.
Ο κόσμος κάτω
είναι αμετάβλητος·
οι σκιές του ίδιες,
τα βλέμματα γεμάτα από την ψευδαίσθηση
ότι το φως έρχεται από έξω.
Κι εγώ;
Δεν έχω πια ανάγκη να με βλέπουν.
Ούτε να με αναγνωρίζουν.
Το βλέμμα μου κοιτά προς τα μέσα
με την ακρίβεια χειρουργικής λεπίδας.
Έμαθα πως το πέταγμα
δεν είναι ελευθερία.
Είναι η ευθύνη
να μη ζητάς άλλο καταφύγιο στη βαρύτητα.
Οι σταγόνες της Άνοιξης
πέφτουν τώρα αλλιώς.
Όχι ως υπόσχεση,
αλλά ως γνώση:
κάθε άνθιση
προϋποθέτει μια εσωτερική καύση.
Κι αν πετώ ξανά,
δεν είναι για να φτάσω κάπου.
Είναι γιατί, επιτέλους,
δεν φοβάμαι να χαθώ.
_
γράφει η Βασιλική Γκαρίλα








0 Σχόλια