
Το πάτωμα και το χαλί από μπεζ χαρτόκουτο, στο βάθος της στοάς. Στην άκρη σφιχτοδιπλωμένες οι κουβέρτες πλάι στο σάκο με τα λιγοστά υπάρχοντα και νάιλον σακούλες ταξινόμησης.
Πολύχρωμος ο κόσμος του απ’ τα περισσεύματα. Περίσσευμα κι εκείνος αθέατος σχεδόν απ’ το ακατάσχετο ανθρωπολόι. Ν’ απλώσει χέρι δε μπορεί. Κρατάει το ένα με το άλλο να φυλακίσει τη κραυγή.
Βήματα, ήχοι και αποχρώσεις της ζωής τόσο κοντά του κι όμως άπιαστα. Η μέρα κουτσά στραβά παλεύεται. Σεργιάνι για λίγο φαΐ,
μικρές κουβέντες. Είναι κι ο ήλιος που ζεσταίνει τις πληγές πού ’ναι ανείπωτες κι οι άλλοι να περνούν τόσο ψηλά που δεν τον βλέπουνε, δε θέλουν να τον δουν να μη χαλάσει το ρυθμό τους.
Προχτές σωριάστηκε ένας κύριος με κοστούμι κι ένα μεγάλο χαρτοφύλακα. Έτρεξαν όλοι. – Είστε καλά; Χρειάζεστε βοήθεια;
Θυμήθηκε τότε που σκόνταψε με τ’ αποφόρια φορτωμένος, το σκέπασμα που πήρε απ’ τον κάδο και το γιουβέτσι που του έδωσε ο κυρ Μιχάλης στο Μεταξουργείο. Έπεσε κι ούτε ένας δεν πλησίασε. Τον κοίταζαν από μακριά και προσπερνούσαν.
Απόψε κάνει κρύο αλλόκοτο. Η νύχτα ησυχάζει τη ντροπή του μα βγάζει νύχια ο φόβος. Κάθεται πέτρα πάνω στην καρδιά του το σκοτάδι. Και πώς να κλείσουνε τα μάτια μες στα αγκάθια που φυτρώνουν κάθε τόσο στα ματόκλαδα. Πιστρώνει τις κουβέρτες γύρω του και κατεβάζει την κουκούλα χαμηλά για να κρυφτεί. Να απαγκιάσει. Αϊ να ξανάρθει Θεέ μου το πρωί. Μείνε κοντά μου πάλι απόψε ψιθυρίζει.
– Έλα, σήκω. Έλα μαζί μου.
Η φωνή ήσυχη σταθερή. Ανασηκώνει δύσπιστα τα μάτια με την ψυχή γυαλιά σπασμένα. –Έλα επιμένει ο άνθρωπος, έχει μεγάλη παγωνιά. Πάμε στο σπίτι μου. Έχω ζεστό φαΐ και μια γωνιά για να πλαγιάσεις.
Υπάρχουν θαύματα; Αναρωτήθηκε χαμένος μες στην απορία. Σηκώθηκε αργά και σαν υπνωτισμένος κοίταξε τον άντρα. Λιγάκι ανέκφραστος. Βαθύς. Μπορεί να ήταν κι απ’ το κρύο, μπορεί και να του φάνηκε έτσι.
Με προσοχή πλεύρισε το χαρτόκουτο. Το σπίτι του. Τύλιξε τα σκεπάσματα, τα δωρισμένα γάντια. Μ’ ευλάβεια έφτιαξε το σάκο. Χουχούλιασε το στεγνωμένο στόμα τις παλάμες. Ευχαριστώ ψιθύρισε.
Στο μάγουλο κυλούσε καυτό δάκρυ. Καυτή κι η σούπα στο λαιμό του
ύστερα, κατέβαινε λυτρωτικά. Δεν θυμάται πώς πήγε στην απάνεμη γωνιά. Ένιωθε μόνο μια θερμή ανάσα πάνω του. Μια θαλπωρή αλλιώτικη.
Απότομα άνοιξε τα μάτια με συναισθήματα αγωνίας κι αγαλλίασης.
Ένα σκυλί. Είχε ακουμπήσει στο κορμί του. Τον ζέσταινε η αναπνοή του και το σώμα του.
Μες στην ομίχλη των δακρύων το χάιδεψε. Τα πύρινα αληθινά του μάτια τον κοιτούσαν στην παγωμένη νύχτα.
Του μιλούσαν την πιο ανθρώπινη τη γλώσσα. Του σκύλου.
_
γράφει η Μαρία Σκουρολιάκου







Πόσο όμορφη ιστορία,γραμμένη με ευαισθησία και συναίσθημα και τόσο αληθινή!!!
Δεν έχω λόγια!!!Με συγκίνησε βαθύτατα η ιστορία σας!!Αληθινή!!!!
Αγγιξατε ευαίσθητες χορδές και πάλι με την υπέροχη γραφή σας…
Πολυ συγκινητικη η ιστορια σας! Τα τετραποδα αυτα πλασματα, ειναι απειρως πιο ευαισθητα απο τους ανθρωπους!
Πολύ συγκινητική η ιστορία σας! Οι τετράποδοι φίλοι μας είναι πολύ πιο ευαίσθητοι από πολλούς ανθρώπους!!