Select Page

Ένα εικοσιτετράωρο στην Αντίς Αμπέμπα, του Γιάννη Κατσίκη

Ένα εικοσιτετράωρο στην Αντίς Αμπέμπα, του Γιάννη Κατσίκη

Κρατώ στα χέρια μου ένα ταξιδιωτικό αφήγημα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΩ και φέρει τον τίτλο «Ένα εικοσιτετράωρο στην Αντίς Αμπέμπα». Ο συγγραφέας του Γιάννης Κατσίκης βρέθηκε στην πρωτεύουσα της Αιθιοπίας πριν 18 περίπου χρόνια, αμέσως μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Τότε ο πληθυσμός υπέφερε, οι περισσότεροι ζούσαν κάτω από άθλιες ή οδυνηρές συνθήκες. Ο Κατσίκης μάς μεταφέρει γλαφυρά και το τοπίο των κοινωνικών αντιθέσεων που είχε διαμορφωθεί. Χωρίς να φλυαρεί δίνει ποικίλες εικόνες που «μιλάνε» στη συνείδηση του αναγνώστη. Περιγράφει ψύχραιμα και ουσιαστικά πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις, αποφεύγοντας τον συναισθηματισμό και έχοντας συχνά τόνο εξομολογητικό. Πετυχαίνει να κινητοποιήσει τον αναγνώστη, να του εξάψει την περιέργεια, να τον μεταφέρει «αλλού», με τρόπο άμεσο.

Ο λόγος που καταπιάστηκε με την Αιθιοπία, όπως μαρτυρά ο ίδιος στην εισαγωγή, είναι ο εξής: Τον έλκει αφάνταστα από τα παιδικά του χρόνια! Είχε πάρει στη φαντασία του διαστάσεις μυθικές! Αφενός μεν για την θρησκεία της («[…] είναι μια χριστιανική νησίδα χαμένη στην Μαύρη Ήπειρο» […]), αφετέρου «επειδή είχε στενότατους δεσμούς με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό από τα βάθη της αρχαιότητας», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά. Και υπάρχει και ένα τρίτο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς: οι έντονες κοινωνικές αντιθέσεις ήταν μια απίστευτη θλιβερή πραγματικότητα που ταλάνιζε τη ζωή των ανθρώπων. Ο τεράστιος πλούτος και η τεράστια ένδεια -ω τι θαυμαστό! -συνυπήρχαν. Συνυπήρχε και η μόρφωση με τον αναλφαβητισμό και η ποιοτική ζωή με την άθλια ζωή. Αλλά και το τοπίο παρουσίαζε ανάλογες αντιθέσεις: αλλού η γη πλούσια, οι περιοχές κατάφυτες, αλλού ερημιά και ξεραΐλα.

Εικόνες φρίκης και απίστευτης σκληρότητας ξετυλίγονται μέσα στο βιβλίο. Αποσκελετωμένοι, άστεγοι και πειναλέοι, γεμάτοι δερματικές πληγές και αρρώστιες εκλιπαρούν για να τους δώσει κανείς φαγητό. Μεταξύ τους επικρατεί μοιραία ο νόμος της ζούγκλας. Δεν είναι καθόλου εύκολο να περιηγηθείς την πόλη με τα πόδια. Ο συγγραφέας προσπάθησε. Την πρώτη φορά απέτυχε, τη δεύτερη τόλμησε περισσότερα πράγματα. Ο άνθρωπος στη ρεσεψιόν είχε δώσει σαφείς οδηγίες από την αρχή για να διευκολύνει τον ίδιο και την παρέα του, αλλά οι τρεις τους δεν τον έλαβαν υπ’ όψη τους όσο θα έπρεπε. Σύντομα αναζητούσαν την ασφάλεια της ρεσεψιόν, ενώ είχαν τύψεις για την υποχώρησή τους και προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν γιατί δεν μπόρεσαν να σταθούν ούτε λεπτό με τον βρώμικο και ταλαιπωρημένο όχλο… Η ανθρώπινη εξαθλίωση αναστατώνει τον αφηγητή και τον κάνει να ντρέπεται αρκετά για όλο αυτό το χάσμα που χωρίζει κάποιους ανθρώπους από κάποιους άλλους, ενώ και οι μεν και οι δε έχουν γεννηθεί με ίδια δικαιώματα στον άδικο τούτο κόσμο. Και το αίσθημα της αδικίας κατακλύζει συχνά τα λεγόμενά του.

Τελικά υιοθετούν τη λύση του ταξί. Ο ταξιτζής τους κάνει την περιήγηση σε σημαντικά σημεία της πόλης ζητώντας μάλιστα αρκετά χρήματα και επιδεικνύοντας συμπεριφορά απατεώνα. Ο συγγραφέας σοκάρεται από τη σκηνή με τους αστυνομικούς με τα γκλομπ ενάντια στο πονεμένο και κουρελιασμένο πλήθος και αναρωτιέται μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη αναλγησία και υποκρισία.

Δηλώνει ότι απογοητεύθηκε οικτρά απ’ όσα συνάντησε στον τόπο που αλλιώς είχε φανταστεί! Το αφήγημά του περιλαμβάνει δυσάρεστες σκηνές, ενώ γενικά τα ταξιδιωτικά κείμενα είναι γεμάτα όμορφες εικόνες και αφηγήσεις που χαρίζουν στον αναγνώστη θετικά ερεθίσματα. Κατατάσσει την Αντίς Αμπέμπα πρώτη στην κορυφή της ανθρώπινης δυστυχίας και της απανθρωπιάς. Ωστόσο, διατηρεί και λίγες επιφυλάξεις, καθώς παρέμεινε τόσο λίγο εκεί. Ίσως αν έμενε περισσότερο να έβλεπε τα πράγματα πιο σφαιρικά, να εξερευνούσε, να έψαχνε ακόμα πιο βαθιά.

Μα ο χρόνος νιώθουμε ότι επιβεβαιώνει τα λεγόμενα του αφηγητή, καθώς η Αιθιοπία έχει φοβερά και τρομαχτικά θέματα. Εξακολουθεί να είναι πάμφτωχη, την ταλανίζουν ενδημικοί λιμοί στο Ανατολικό κέρας και ένα σωρό άλλα παρόμοια. Μα όταν την είχε επισκεφτεί ο Κατσίκης τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ίσως είχαν μεγαλύτερη ένταση. Επιπλέον, όπως αναφέρει και κείνος στο επίμετρο «.. είκοσι χρόνια μετά, πολλά μεγάλα έργα έχουν κάνει αγνώριστα μεγάλα τμήματα της πρωτεύουσας».

Στην Ελλάδα ανθούσε το ταξιδιωτικό αφήγημα από τα χρόνια του Παυσανία και του Στράβωνα. Στα νεότερα χρόνια ακολούθησαν οι Καζαντζάκης και Ουράνης με τα πολύτιμα πραγματικά έργα τους. Από τους συγχρόνους μας, μού έρχεται αμέσως στο μυαλό ο ποιητής Γιώργος Βέης, που λόγω της διπλωματικής του ιδιότητας, πολύ ταξίδεψε έξω, είδε, άκουσε, και έγραψε τέτοιου είδους κείμενα (π. χ. Μανχάταν-Μπανγκόκ, Κέδρος 2011/Από το Τόκυο στο Χαρτούμ, Κέρδος 2009 [Κρατικό Βραβείο Χρονικού – Μαρτυρίας 2010] κ. α). Ο Γιάννης Κατσίκης έχει εκδώσει και άλλα ταξιδιωτικά κείμενα στις ΑΩ εκδόσεις (π. χ. Ταπροβάνη, ένα οδοιπορικό στη Σρι Λάνκα, το 2010). Φαίνεται ότι έχει αδυναμία στο είδος και το υπηρετεί με μια γραφή καθαρή και διαυγή, καθώς και μια στέρεα διάθεση για αντικειμενικότητα, που κερδίζει κάθε απαιτητικό αναγνώστη.

_

γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Follows

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!