Select Page

Ένα πηγάδι γεμάτο πουλιά, της Τζένης Σακοράφα

Ένα πηγάδι γεμάτο πουλιά, της Τζένης Σακοράφα

ΛΥΤΡΩΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΠΟΥ ΚΑΘΗΛΩΝΕΙ ΜΕ ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗΣ, ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΤΖΕΝΗΣ ΣΑΚΟΡΑΦΑ: «ΕΝΑ ΠΗΓΑΔΙ ΓΕΜΑΤΟ ΠΟΥΛΙΑ»

Το μυθιστόρημα της Τζένης Σακοράφα Ένα πηγάδι γεμάτο πουλιά είναι ένας ύμνος στην ανιδιοτελή αγάπη της μάνας και την απολυτρωτική δύναμη της συγχώρεσης. Η γλώσσα, γλαφυρή και αποκαλυπτική, γεμάτη συμβολισμούς και μεταφορές, μας παραπέμπει στον Βιζυηνό, το Θεοτόκη και τον Καρκαβίτσα. Σε πρώτο πλάνο η ηρωίδα του βιβλίου, η Μυρτώ, μας καλεί να αντιμετωπίσουμε την πολυπλοκότητα των ανθρωπίνων σχέσεων σε όλο τον τρόμο και την ομορφιά του. Η εκλεκτική αλαλία της Μυρτώς και ο προσωπικός κώδικας, που έχει επινοήσει για να αντιμετωπίσει το προσωπικό της δράμα, σπάει με τη βοήθεια ενός ψυχίατρου που την οδηγεί υπομονετικά και μεθοδικά στο Φως. Η Μυρτώ, μέσω της ζωγραφικής τέχνης, αποκαλύπτει σταδιακά ένα προς ένα τα στιγμιότυπα του παρελθόντος της. Κάθε φορά οδηγείται ένα βήμα εγγύτερα στον εναγκαλισμό της ζωής. Ως άλλη σύγχρονη Αντιγόνη, έχοντας θάψει τα φαντάσματα του παρελθόντος, ενταφιάζει τα κακώς κείμενα της ζωής της αποδεχόμενη το δικαίωμα στο ανθρώπινο λάθος. Συγχωρεί όλους όσους την πλήγωσαν. Αποδέχεται το πεπρωμένο της. Εν τέλει δικαιώνεται, καθώς μόλις γνωρίσει την αγάπη οδηγείται στην λύτρωση. Η καθαγιαστική δύναμη της συγχώρεσης έχει ενωτική δράση.

Σε δεύτερο πλάνο, ο «νατουραλισμός» του μυθιστορήματος υψώνει τη θεσσαλική Φύση σε Ολύμπια θεότητα, η οποία συχνά περιγράφεται ως απίστευτα όμορφη, παραμένοντας όμως αδιάφορη και σκληρή στα ανθρώπινα προβλήματα. Το μυθιστόρημα αναδεικνύει κοινωνικές καταστάσεις που συνδέονται με ζητήματα δικαιοσύνης και ηθικής. Η συγγραφέας Τζένη Σακοράφα εκδηλώνει έναν υπερβάλλοντα ζήλο για την αναγκαιότητα της κοινωνικής μεταρρύθμισης. Εξετάζεται η θέση της γυναίκας στην αγροτική ανδροκρατούμενη κοινωνία παράλληλα με την παραδοσιακή κοινοτική ζωή που ασφυκτιά εξαιτίας της σκληρότητας των δικών της όρων και των νέων οικονομικών συνθηκών. Και όλα αυτά υπό μια σκηνοθετική ματιά που καθηλώνει, παρουσιάζοντας σκηνές, ήθη και παραδόσεις της ελληνικής επαρχίας μέσα από μια γλώσσα ποιητική και εικονοπλαστική. Μια χαρακτηριστική εικόνα που μας παραπέμπει στο πνεύμα της εποχής είναι η παρακάτω:

«Χειμώνας. Βαρύς και παγωμένος, όπως κάθε χρόνο. Χιονίζει. Τα «χαντζάρια», κρύσταλλα χοντρά, κρέμονται απ’ τα κεραμίδια. Η Μυρτώ μέσα απ’ το κλειστό παράθυρο με τ’ ανασηκωμένα κουρτινάκια, βλέπει τις νιφάδες να χορεύουν. Το βλέμμα της σταματάει στην αλωκάνη κάτω απ’ τη μουριά και σε λίγο η αυλή γίνεται χωράφι. Τα χοντρά μεστωμένα στάχυα κυματίζουν. Τα δρεπάνια κόβουν, κόβουν κι όλο κόβουν. Η μάνα κι ο πατέρας, μούσκεμα στον ιδρώτα, θερίζουν μόνοι το χωράφι τους. Τα δεμάτια στοιβάζονται. Τα φορτώνουν στη σούστα. ….Τώρα χιονίζει άχυρα. Η αυλή στρώθηκε με χρυσά κότσαλα. Ο Αράπης, η αλωκάνη, ο πατέρας, η μητέρα, εκείνη να χοροπηδάει. Τέλειωσε το λίχνισμα. Το σιτάρι μπαίνει στα σακιά για το μύλο. Σ’ αυτό το αλώνι να ερχόταν η Σταχομαζώχτρα του Παπαδιαμάντη, τίποτα δε θα ‘βρίσκε η κακομοίρα.»

Πέρα από την γλαφυρότητα στην αφήγηση, τα συναισθήματα και οι προσωπικές στιγμές των χαρακτήρων, κυρίως της ηρωίδας αποτυπώνονται με σουρεαλιστική ματιά, που μας παραπέμπει στην ποιητική γλώσσα του Μίλτου Σαχτούρη, όπως βλέπουμε στο ποίημα του: «Ο ποιητής»:

 «Σὰ θὰ μὲ βροῦνε πάνω στὸ ξύλο τοῦ θανάτου μου
γύρω θά ῾χει κοκκινίσει πέρα γιὰ πέρα ὁ οὐρανὸς
μιὰ ὑποψία θάλασσας θὰ ὑπάρχει
κι ἕν᾿ ἄσπρο πουλί, ἀπὸ πάνω, θ᾿ ἀπαγγέλλει μέσα
σ᾿ ἕνα τρομακτικὸ τώρα σκοτάδι, τὰ τραγούδια μου.»….

«Να τες τώρα. Στριμωγμένες σ’ αυτό το δωμάτιο. Κομμάτια της ζωής της. Αναδύθηκαν απ’ το πηγάδι. Τα πουλιά με τα μικρά τους ράμφη τις έφεραν στο φως. Γέμισε το δωμάτιο πουλιά. Πουλιά και ζωγραφιές.»

«Η αθωότητα, η καλοσύνη, η αγάπη και η συγχώρεση είναι αρετές που προβάλλονται μέσα στο έργο ενθυμίζοντας στον αναγνώστη τα πρόσωπα του Σωκράτη και του Χριστού. Στο προσκήνιο μπαίνει το «αγαπάτε αλλήλους ως σ’ εαυτόν» ενώ στο παρασκήνιο κρύβεται η ανθρώπινη φύση γεμάτη από τα χαρακτηριστικά της φθοράς και της αιώνιας πάλης. Η ανθρώπινη βούληση ωστόσο, παρά τα κακώς κείμενα της μοίρας, μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην αθανασία της ψυχής του, μέσω της λυτρωτικής δύναμης της συγχώρεσης.

Γράφει χαρακτηριστικά: «Με ξερίζωσαν γιατρέ! Με ξεκόλλησαν απ’ τους δικούς μου ανθρώπους. Απ’ το σπίτι μου. Με πήραν μακριά. Ο πατέρας μου δεν έπρεπε να με δώσει. Ώρες ώρες μου ‘ρχεται…

-Συγχωρέσε τον, το καλό σου ήθελε. Που να ‘ξερε πως θα βρεις τα χειρότερα! Συγχωρέσε τον. Για σένα. Για να ξαλαφρώσεις…

Στείλε του μια νοερή συγγνώμη, Μίλα του σαν να ‘ταν δίπλα σου. Συγχωρέσε τον. Και κοίτα τα παιδιά σου. Σίγουρα δεν θέλεις να ζήσουν κι αυτά σε ξένα χέρια.»

Η ταραγμένη και καθημαγμένη οικονομική μεταπολεμική Ελλάδα απεικονίζεται με ρεαλισμό μέσα από τις εικόνες και τα ακούσματα του θεσσαλικού τοπίου. Μέσα από μια ρεαλιστική και συνάμα αφηγηματική βλέψη παρουσιάζεται με αριστοτεχνικό τρόπο μια Ελλάδα που βασανίζεται από τον οικονομικό αντίκτυπο του Εμφυλίου. Οι εξορίες, οι πολιτικοί πρόσφυγες και οι βίαιες μετακινήσεις των πληθυσμών είχαν ορατές συνέπειες στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Μέσα από το πρόσωπο του άντρα της, συλλαμβάνουμε τον απόηχο των ζυμώσεων του Κουρδικού λαού, που ταλανίστηκε πολιτικά και πολιτιστικά για την πολυπόθητη αυτονομία του. Μέσα από την ρήση ««Εγώ, Μυρτούλα μου, έμαθα κοντά σου ν αγαπώ τον κόσμο όλο. Τα λόγια της Αντιγόνης δεν τα ξέχασα ποτέ.» …Μόνο ειρηνική αντίσταση. Όχι βία», από τα χείλη του αγαπημένου της, αφουγκραζόμαστε την ανάγκη της συγγραφέως να μεταδώσει στους αναγνώστες τη δική της αλήθεια. Μια αλήθεια, που αγκαλιάζει τον αποφθεγματικό λόγο της Αντιγόνης του Σοφοκλή, η οποία διαλαλεί ότι «δεν γεννήθηκα για να μισώ αλλά για ν’ αγαπώ». Όπως η Αντιγόνη, έτσι και η Μυρτώ, ενδύεται περιβολή Αγίας, μυεί τους αδαείς στον κόσμο των αρετών και υποδεικνύει τον δρόμο της αληθινής ελευθερίας. Η οδύνη της, την γεμίζει με πάθος και προσμονή να επιστρέψει στα παιδιά της, με πίστη και ανιδιοτέλεια. Εξ αυτού, και ο λόγος της είναι κριτικός και δραματικός μαζί. Η φωνή της, κραυγή εκκωφαντική κατά της βιαιότητας και των εχθροπραξίων, προσκαλεί σε έναν κύκλο ειρήνης και αγαπητικών σχέσεων, όπου καταργείται οποιαδήποτε κοινωνική, οικονομική και διαφυλετική ανισότητα. Η βία γεννά βία, και τα σημάδια που αφήνει στην ψυχή είναι ανελέητα. Μόνο η αγάπη μπορεί να ελευθερώσει τον άνθρωπο από την ιδιοτέλεια και τη μικροψυχία, να τον απαλλάξει από τον φθόνο και την αντιζηλία, το μίσος και την κακότητα.

«…..Της άρεσε ν’ ακούει τα πουλιά. Να τα βλέπει. Έσκυβε ελαφρά και ξεχνιόταν με τις ώρες. …Τη μάγευαν. Ένα πηγάδι γεμάτο πουλιά!»…. Ένα πηγάδι γεμάτο αγάπη.

Το τέλος συγκλονιστικό, συνδέει άρρηκτα την ηρωίδα του βιβλίου με τη συγγραφέα, καθώς εκείνη σαν το alter ego της, έκπληκτη μαθαίνει για την έκδοση του βιβλίου και την προκείμενη παρουσίαση του. Ο καθηγητής της στα Γιάννενα, την ανακοινώνει στο κοινό λέγοντας… «Απόψε μαζευτήκαμε εδώ για την παρουσίαση του βιβλίου : « Ένα πηγάδι γεμάτο πουλιά», της Μυρτώς!

Ένα πηγάδι γεμάτο πουλιά…

της Τζένης Σακοράφα.

Εκδόσεις ΑΠΑΡΣΙΣ

 

_

γράφει η Χρύσα Νικολάκη

Θεολόγος/συγγραφέας/κριτικός

(MASTER OF ARTS)

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος