τοβιβλίο.net

Select Page

Ίμρε Κέρτες: ‘Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο’

Ίμρε Κέρτες: ‘Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο’

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

‘Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο’[1] του Ούγγρου συγγραφέα, κατόχου του βραβείου Νομπέλ Λογοτεχνίας, Ίμρε Κέρτες, αποτελεί, δίχως συναισθηματικές εντάσεις και μελοδραματισμούς, συνιστά ένα λογοτεχνικό έργο το οποίο επανεπινοεί, με εμπρόθετες αυτο-βιογραφικές αναφορές (και ο ίδιος υπήρξε επιζών του ‘Ολοκαυτώματος’), τους ‘τόπους’ που περικλείουν εκ νέου την ναζιστική-εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία, ήτοι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και εκτατικής βιο-πολιτικής της εξόντωσης, της ολόθρευσης ενός εκάστου σώματος, και της προβαλλόμενης εκ-ρίζωσης ενός κοινωνιο-γλωσσικού πράττειν ως ίδια ιστορική αξίωση.

Σε αυτό το «βλάσφημο»[2] μυθιστόρημα όπως σημειώνεται στην έκδοση του βιβλίου, ο Ίμρε Κέρτες σηματοδοτεί την πορεία ενός νεαρού Ούγγρου Εβραϊκής καταγωγής προς την αλληλουχία των εθνικοσοσιαλιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης που έχουν συγκροτηθεί, υπό το πρίσμα μίας λογοτεχνικής τροπικότητας που απαντάται στην αίσθηση μίας υπερ-προσδιοριζόμενης παρουσίας και κίνησης προς το εθνικοσοσιαλιστικά ‘ανείπωτο’, στη δόμηση μίας διαδικασίας κανονικοποίησης εντός και εκτός στρατοπέδων με σημαίνον υποκείμενο αναφοράς τον νεαρό Ούγγρο κρατούμενο, όπως επίσης και στην έκθεση μίας καθημερινότητας, μίας πραγμολογικής πραγματικότητας η οποία, ‘εγγίζοντας’ και δια-περνώντας τους όρους της ναζιστικής θανατοπολιτικής και της δι-ιστορικής αναγνώρισης του ‘περιττού’ υποκειμένου, προσιδιάζει στην αξίωση μίας ατομικότητας που καθίσταται σταδιακά εμπρόθετος και περίβλεπτος βίος: με στοιχεία προσαρμογής στην περιεχομενικότητα εντός στρατοπέδου/στρατοπέδων, δύναται να εσωτερικευθεί και να υποστασιοποιηθεί ο βίος εναλλάσσοντας την ιστορία με την ‘συγκυρία’, την παραμονή με την ‘καινούργια’ ζωή, δεικνύοντας προς τις κατευθύνσεις της αξιο-θεμελίωσης στην νοηματοδοτική και ιεραρχικοποιημένη νόρμα των εθνικοσοσιαλιστικών στρατοπέδων, στην τελετουργία μίας οριζόμενης λειτουργίας που συναντά όχι την αντιθετικότητα της, αλλά την όψη της ομοιότητας, της παραπομπής, της κοινής λειτουργίας εν καιρώ βίωσης, με τους υπόλοιπους συγκρατούμενους, εκεί όπου η τελετουργία περί την πραγματικότητα που αναφέρει και αναφέρεται καθίσταται ‘ήχος’, συναγερμός, ψίθυρος και γλώσσες, υπαινιγμός και επιβίωση.

Από το Άουσβιτς έως το στρατόπεδο[3] του Μπούχενβαλντ, και από το Μπούχενβαλντ έως το Τσάιτς, ο νεαρός Ούγγρος προτάσσει το πρόταγμα της εμμενούς πρόσληψης του χώρου που δεν περιορίζεται απλά εντός στρατοπέδου, αλλά συγκλίνει και ταυτίζει το στρατόπεδο με τον ‘χρόνο του τώρα’, για να παραπέμψουμε στον Walter Benjamin, με την δόκιμη άφεση, με την ‘ενσάρκωση’ καθημερινής και για αυτόν τον λόγο, οριακά ατελεύτητης.

Ως εργατικό υποκείμενο σε ένα στρατόπεδο που παραγάγει και ιστορικούς συμβολισμούς, ως υποκείμενο που βιώνει τις δυνατότητες της εν-σώματης ‘απ-αλλοτρίωσης’ με την ίδια δυνατότητα της απόσπασης και της στρατηγικής της παραπλάνησης, ως τραυματίας που περιφέρεται από θάλαμο σε θάλαμο, ο Ούγγρος του μυθιστορήματος αφηγείται μία ιστορία επί-γνωσης, με τον Ίμρε Κέρτες[4] να εμμένει σε μία λιτότητα των εκφραστικών μέσων, στην ανάδειξη μίας ιστορίας, μίας μικρο-ιστορίας η οποία επι-ζητεί την χρονική εγκλητικότητα, μη-παύοντας να ομνύει, ακόμη και αντεστραμμένα σε έναν ‘απο-ηρωισμό’ και σε μία παράλληλα οικειοποίηση του συμβάντος, δια-κρατώντας ως ίδιο διακύβευμα την παρουσία στο μέσον μίας ιστορίας που προτού καταστεί μνημονική, δύναται να καταστεί ευρωπαϊκή, νοηματοδοτώντας την ‘αλήθεια’ του Εβραϊκού ‘Ολοκαυτώματος’[5], της καύσης της ανθρωπινότητας, καθώς και της εξόντωσης της ‘άλλης’ αναγνωρίσιμης ‘φθαρτής ύλης’ (Ρομά, Ομοφυλόφιλοι, άτομα με αναπηρίες, κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες), στα συμφραζόμενα του εθνικοσοσιαλιστικού ‘πάντα εσύ’ και της οντολογικής-πολιτικής μαρτυρίας της συναρμογής στο και στα περιβάλλοντα της ‘εξεγερτικής ανα-δημιουργίας’, την ‘αλήθεια’ της ‘βιομηχανοποιημένης’ κατανομής σωμάτων στον τόπο της απαρέγκλιτης μαρτυρίας, της μαρτυρίες ενός θανάτου που στέργει στη συνύφανση ‘μοναδικότητας’ και ‘καθημερινότητας’, εκεί όπου πλαισιώνονται και εκ-πληρώνονται οι τύποι του δημίου: ορθολογικοί και προσιτοί στη ‘γενεαλογία’ του δικού τους ‘βιό-κοσμου’, επιτελεστικοί και πολιτικοί: ο εθνικοσοσιαλισμός ως ‘επιβεβαιωτική’ και ‘θριαμβευτική’ αναπαράσταση.

Το μυθιστόρημα του Ίμρε Κέρτες επιτελείται και εκτυλίσσεται δίχως τα χαρακτηριστικά μίας ‘φορτισμένης’ καταγγελίας αυτού που λαμβάνει χώρα, εμβαθύνει σε ένα πρόσωπο που δεν παύει να αναζητεί την επωνυμία ή την ίδια και ‘άλλη’ ονοματοδοσία ως προσαρμογή, κανονικοποίησης σε μία κανονικότητα εργασίας, σε μία κανονικότητα του ‘έχειν’ τις πληγές στο σώμα που, από ένα σημείο και έπειτα δεν ενοχλούν, παρά ‘εντάσσουν’ και ‘εντάσσονται’, αποτελώντας σώμα στο σώμα, ή αλλιώς, ‘αστερισμούς’ που παράδοξα, τείνουν να αναφέρουν την ‘ευτυχία του ανήκειν’ σε έναν χώρο, στη μονάδα και στην κοινότητα του στρατοπέδου, στη θέσπιση του ‘Νόμου’: βιώνω εντός και πέραν΄, με προμετωπίδα έναν κώδικα επικοινωνίας που χαρακτηρίζεται από την ‘ασύγγνωστη’ λέξη: ‘ζω παράλληλα’, και για αυτό ,εκτατικά.

 Το «βλάσφημο» μυθιστόρημα εγγράφει όψεις ενός πράττειν που ‘συσπάται’ από την παροντικότητα και την επάλληλη έκπληξη και ‘ευτυχία’ της εστίασης στην Ουγγρική λέξη, σε πρόσωπα-υποκείμενα οικεία ως εάν να συνιστούν ‘μήτρα’, σημασιοδοτώντας την δι-ιστορικότητα και εκφράζοντας τους όρους της περιώνυμης «βλασφημίας»[6] του: και συνιστά «βλάσφημο»[7] διότι περιβάλλει την στρατοπεδική και εθνικοσοσιαλιστική πραγματικότητα με όρους αναφοράς του εκ νέου ‘έλλογου’, επαναπροσδιορίζει γνωσιο-θεωρητικά την αμφισημία ή την αντινομία μεταξύ αριθμού κρατουμένου και ανθρώπινου υποκειμένου, διαμεσολαβεί το καθημερινό ως πραγματικό δίχως την έκθεση του αίματος, ‘ομιλεί’ λογοτεχνικά για το ‘Ολοκαύτωμα’[8] ενώπιον μίας παράδοσης επιδιωκόμενης αναπαράστασης της τραγωδίας και του ‘τραύματος’, υπαινισσόμενος αλλά και αναφερόμενος στη λέξη-γλώσσα, στη γλώσσα-συστοιχία, στη συστοιχία-συμπύκνωση: «Κρεματόριο»[9] και Εβραίοι[10] ως δεσπόζουσα αρνητικότητα της ‘αρνητικής’ ιστορικότητας.

Η λογοτεχνική «βλασφημία» έγκειται στη μη-περιπτωσιολογία, στην συμπύκνωση του εμπρόθετα ενεφανιζόμενου στη στιγμή: το και τα στρατόπεδα ως εκ νέου ιδιαίτερη ‘Heimat’, μία ‘Εστία’ που περιλαμβάνει την τελετουργία της σιωπής, του καθημερινού προγράμματος, την ενικότητα του συμβιωτικού.

Και με αντεστραμμένους όρους, το μυθιστόρημα του Ίμρε Κέρτες, λειτουργεί αφηγηματικά, έως την στιγμή της ενσκήπτουσας αντίθεσης μεταξύ της αναγνώρισης και των πρώτων ημερών του βίου στην απελευθερωμένη Ουγγαρία και στην ‘εύτακτη’ πραγματικότητα των ναζιστικών στρατοπέδων. Και η ως άνω αντινομία βιώνεται και δεν υποδειγματοποιείται, ανήκει και δεν αποδιώχνει: «Γιατί ακόμα κι εκεί, στις καπνοδόχους, στα διαλείμματα ανάμεσα σε όλα εκείνα τα μαρτύρια υπήρχε κάτι που έμοιαζε με ευτυχία. Όλοι με ρωτούν μονάχα για τα δεινά, για τις «φρικαλεότητες»: παρόλο που για μένα αυτή ακριβώς η ανάμνηση είναι εκείνη που αξίζει περισσότερο απ’ όλες να θυμάμαι. Ναι, γι’ αυτά, για την ευτυχία των στρατοπέδων συγκέντρωσης, θα έπρεπε να με ρωτήσουν να τους μιλήσω την επόμενη φορά που θα με ρωτήσουν».[11]

 Η ‘ευτυχία’ ως παροντική προοπτική, ως «διάλειμμα» μεταξύ επάλληλων «φρικαλεοτήτων», διαμεσολαβεί, εντός του σημαίνοντος, την άφεση σε έναν χρόνο που κυλά, σε ένα γίγνεσθαι που είναι ίδιο και ταυτόχρονα παράλληλο, σχεσιακά επι-γενόμενο εντός της οριακότητας του συμβάντος.

Γράφοντας, ο Ούγγρος συγγραφέας μετατρέπεται σε εκ νέου συμμέτοχο, νοηματοδοτώντας την ‘διαίρεση’ της ιστορίας και της πραξεολογίας σε πολλά θραύσματα λέξεων, επανεφευρίσκοντας την έννοια της αναπαράστασης: το στρατόπεδο ως ‘ανήκειν’, και ως μνήμη, ως το ‘έλλογο’ ενώπιον μίας φρίκης.

Η ιστορία που αναπαράγεται, δύναται να αποτελέσει την επωνυμία της Ευρώπης του 20ου αιώνα, θέτοντας απέναντι από την εθνικοσοσιαλιστική-ναζιστική φυλετική ευγονική, το πρόσημο: πρωταρχικός-πρωτεϊκός αριθμός εντός στρατοπέδου[12], Ούγγρος[13] εκτός αυτού, αλλά και εν-σώματο ‘πεδίο’ συσσώρευσης προϋποθέσεων: τι δύναται να σημάνει ο ορίζοντας του στρατοπέδου ως πολιτική; ο κανόνας εν σχέσει με το και ακραίο ‘τίποτα’;.

 Ο Ίμρε Κέρτες[14] δημιουργεί ένα μυθιστόρημα που ‘εδαφοποιείται’ στα περιβάλλοντα μίας στρατηγικής διαχειρίσεων, προ-σκαλώντας σε ένα διαρκές ‘παίγνιο’ με το πολύσημο του αριθμού, όχι με το φαντασιακό γίγνεσθαι που συγκροτεί ο Ιταλός Ρομπέρτο Μπενίνι στην κινηματογραφική ταινία ‘Η ζωή είναι ωραία’ ως ζωτική για την επιβίωση αναπαραστασιακή απεικόνιση του στρατοπέδου ως ‘θιάσου’, αλλά με τον τρόπο της πρόσληψης της ‘παράδοξης ευτυχίας’: ότι κερδίζει, αξιώνει την αναφορά του, ότι γνωρίζει επι-φέρει την τραγωδία, ότι ερωτάται, μνημονεύεται, όντας συμπίλημα και γραφή.

Η ιστορία (και το ‘Ολοκαύτωμα’)[15] νοηματοδοτούνται εκ νέου, όχι με τον τρόπο της απόκρυψης, αλλά της υποκειμενοποίησης σε ένα αμάλγαμα μαρτυριών που δεν παύει να εκθέτει. Παραπέμποντας και παραφράζοντας ελαφρά τον Jacques Derrida, στο έργο του νομπελίστα συγγραφέα, «οι ρωγμές βρίσκονται ήδη μέσα σε ένα κείμενο που εκτείνεται και δίνεται».[16]

Στο μυθιστόρημα του Ίμρε Κέρτες συναντάται η πραγματική ‘ευτυχία’ της ‘διάβασης’ του χρόνου, εντός στρατοπέδου, η ιδέα της Ευρώπης που αγγίζει τα όρια της με την ίδια την έκταση της ναζιστικής εξόντωσης, υπό ένα πρίσμα παράδοξο, και εξίσου αληθινό.

Η πορεία του νεαρού υποκειμένου καθίσταται η πορεία μετάβασης που αποδίδεται με λογοτεχνικό τρόπο: ‘και τώρα είσαι εσύ υπεύθυνος για την ιστορία σου’, ανα-καλώντας τις προκείμενες της ιστορίας και της πρόσληψης της μνήμης στη μεταπολεμική Ευρώπη, λαμβάνοντας υπόψη το ότι, όπως ανέφερε ο Πρίμο Λέβι, «εκείνοι που είδαν τη Γοργώ δεν επέστρεψαν για να καταθέσουν τη μαρτυρία τους ή επέστρεψαν μουγκοί».[17]

Το μυθιστόρημα συνιστά λογοτεχνική-αναπαραστασιακή «βλασφημία» γιατί αποτελεί τμήμα της ‘μίας’ ιστορίας που έλαβε χώρα, σε έναν και σε διάφορους ‘τόπους’, φέροντας εκφάνσεις θέασης και μίας κρυφής ευγνωμοσύνης στο ‘σώμα’ της λογοτεχνίας που δια-κρατεί την λέξη για να την αποδώσει ως τέλος δίχως αρχή.

 

_____

[1] Βλέπε σχετικά, Κέρτες Ίμρε, ‘Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο’, Μετάφραση: Λαγουδάκου Γιώτα, Εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα, 2010.

[2] Βλέπε σχετικά, Κέρτες Ίμρε, ‘Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο…ό.π., και ιδιαίτερα το πίσω μέρος του βιβλίου.

[3] Η Αθηνά Αθανασίου, παραπέμποντας στον Ιταλό πολιτικό φιλόσοφο Giorgio Agamben, επισημαίνει σχετικά: «Όπως έχει δείξει ο Αγκάμπεν, το στρατόπεδο συγκέντρωσης υπήρξε ο παραδειγματικός χώρος όπου το βιολογικό σώμα, στο οποίο αναγόταν ο κρατούμενος, απεκδυόμενος κάθε πολιτικής ιδιότητας, έφθασε να λειτουργεί ως πολιτικό κριτήριο. Πρόκειται για την τοπολογική μορφή, «στην οποία η σχέση δημόσιων και ιδιωτικών συμβάντων, πολιτικής και βιολογικής ζωής, καθίσταται αυστηρά μη διακριτή». Βλέπε σχετικά, Αθανασίου Αθηνά, ‘Τεχνολογίες του ανθρώπινου, απορίες της βιοπολιτικής και το διαμελισμένο σώμα της ανθρωπότητας’, στο: Αθανασίου Αθηνά, (επιμ.), ‘Ζωή στο όριο. Δοκίμια για το σώμα, το φύλο και τη βιοπολιτική’, Εκδόσεις Εκκρεμές, Αθήνα, 2007, σελ. 71. Αυτή ακριβώς την «σχέση δημόσιων και ιδιωτικών συμβάντων, πολιτικής και βιολογικής ζωής», επιδιώκει να προσδιορίσει ο Ίμρε Κέρτες, επι-φέροντας δια-ρρήξεις στην αφήγηση του ‘ακέραιου’ ανθρώπου, και συγκροτώντας ένα υποκείμενο το οποίο ‘μεταγράφει’ την πορεία του ως επικαλούμενο την δική του γλώσσα: δια-κρατεί την ίδια γλώσσα, πράττει φανερά και κεκαλυμμένα, συνομιλεί, όντας παιδί και έφηβος και όχι ‘νανοειδής’ σπείρα, όντας δυνητικός, ή οριακός εντός του πραγματικού. Αυτό που αντιλαμβάνεται είναι ο χρόνος που κυλά με ρυθμούς μίας επαναληπτικότητας που κρατά στην ζωή.

[4] Για τον Ίμρε Κέρτες το στρατοπεδικό πράττειν, η ναζιστική «Τελική λύση» και η Εβραϊκή ‘Shoah’, λειτουργούν εντός των πλεγμάτων της αναγνώρισης, της ενσωμάτωσης σε ένα μνημονικό ‘καθεστώς’ που εμβαθύνει στη θανατοπολιτική (Achille Mbembe), ως τομή και ως εγχείρημα οντολογική σήμανσης του ανθρώπινου και του μη-ανθρώπινου ως ‘ανίερα’ δοσμένο στην ‘κλοπή’ της γλώσσας, αναφέροντας, την δυνατότητα λειτουργικότητας του στο μέλλον που είναι παράλληλα, διαμέσου της εμπρόθετης και βαθιάς αναγνώρισης, και δυνατότητα μη-επαναληπτικότητας του: «Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, εκείνο που εκφράστηκε με την Τελική Λύση και με το «σύμπαν των στρατοπέδων συγκέντρωσης» δεν είναι δυνατόν να παρερμηνευτεί, και η μοναδική δυνατότητα που έχουμε για να επιζήσουμε και να αντλήσουμε δημιουργική δύναμη είναι να αναγνωρίσουμε αυτό το σημείο μηδέν… όταν αναλογίζομαι το Άουσβιτς, σκέφτομαι κατά παράδοξο τρόπο μάλλον το μέλλον, παρά το παρελθόν». Αναφέρεται στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Το Άουσβιτς sub specie futuri’, στο: Μιχαήλ Σάββας, (επιμ.), ‘Homo Liber. Δοκίμια για την Εποχή, την Ποίηση και την Ελευθερία, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2016, σελ. 118.

[5] Ο Γιώργος Κόκκινος εστιάζει αναλυτικά στη «μαύρη τρύπα» του Ολοκαυτώματος, στην «τερατώδη και σχεδόν αδιανόητη φύση του», αναδεικνύοντας τους όρους της ‘μοναδικής’ όσο και βιολογικής-πολιτικής του συγκρότησης. Βλέπε σχετικά, Eaglestone Robert, ‘Μεταμοντερνισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος’, Μετάφραση: Σπυράκου Άννυ, Πρόλογος στην Ελληνική Έκδοση: Κόκκινος Γιώργος, Εκδόσεις Επέκεινα, Αθήνα, 2014, σελ. 15.

[6] Η περιώνυμη λογοτεχνική ή αλλιώς κοινωνιο-λογοτεχνική και πολιτισμική «βλασφημία» του μυθιστορήματος του Ίμρε Κέρτες δεν μπορεί παρά να ετίθετο έκκεντρα και διε-ρωτητικά: τι συνιστά το ‘Ολοκαύτωμα’ στην ιστορία; Πως δύναται να η λογοτεχνική κείμενη γραφή και γλώσσα, να προχωρήσει στην ερμηνεία και στο στοχασμό επί της εξοντωσιακής πρακτικής που προσλαμβάνει χαρακτηριστικά συγκεντροποίησης και διάχυσης της ‘θραύσης’; Πως δύναται να εντοπίσει η λογοτεχνία την και τις μορφές που προσλαμβάνει; Η κάθε παράγραφος, ατομικά και ‘εμπιστευτικά΄, αναζητεί το ‘ίχνος’ του στην Γερμανική, Ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορικότητα, με την πορεία του βήματος να διασταυρώνεται με την εν-συναίσθηση.

[7] Η Pascale Casanova, με ενάργεια εμβαθύνει στην πολυμέρεια του λογοτεχνικού πράττειν, στις διαρκείς άρσεις και συνθέσεις, στις προβολές του φαντασιακού, στην επινόηση του ειδικά-ειδολογικά μετασχηματιστικού: «Υπό αυτή την έννοια, η μόνη πραγματική ιστορία της λογοτεχνίας είναι η ιστορία των ειδικών εξεγέρσεων, των πραξικοπημάτων, των μανιφέστων, των επινοήσεων μορφών και γλωσσών, όλων των ανατροπών της λογοτεχνικής τάξης που σιγά σιγά «φτιάχνουν» τη λογοτεχνία και το λογοτεχνικό σύμπαν». βλέπε σχετικά, Casanova Pascale, ‘Η παγκόσμια πολιτεία των γραμμάτων’, Μετάφραση: Γιαννοπούλου Έφη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2011, σελ. 223. Το «βλάσφημο» μυθιστόρημα του Ίμρε Κέρτες επανεπινοεί δια της διύλισης μνήμες και πρόσωπα, τόπους και ιστορίες που συγκροτούν την λογοτεχνία που σπεύδει προς το ‘αθέατο’, το αταξινόμητο ενώπιον του οπτικο-κεντρισμού, επιτρέποντας στο υποκείμενο που δομεί να ‘μυηθεί’ στο αδιαμφισβήτητο.

[8] Καταθέτοντας την δική του ‘αιρετική’ ‘άποψη ο Βρετανός ιστορικός Tony Judt θέτει το ζήτημα του μείζονος μεγέθους του εγκλήματος που έλαβε χώρα, αναφέροντας πως «το ίδιο το τεράστιο μέγεθος του εγκλήματος καθιστά ατελή κάθε διαιώνιση της μνήμης του». Βλέπε σχετικά, Judt Tony, ‘Η Ευρώπη μετά τον Πόλεμο’, Μετάφραση Α & Β Μέρους: Σταματάκης Νικηφόρος, Επιμέλεια Α & Β Μέρους: Αστερίου Ελένη, Μετάφραση Γ & Δ Μέρους: Αστερίου Ελένη, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2012, σελ. 830.

[9] Στο θεμελιώδες έργο του ‘Passagenwerk’, ο Walter Benjamin, εστιάζοντας στους όρους κατοίκησης του 20ου αιώνα, στους όρους κατοίκησης εντός μίας πόλης όπου συνυπάρχουν το φαντασμαγορικό με το ‘πολύτιμο’, ανα-προσδιορίζει την οικία, την εστία υπό τις εκφάνσεις της νέας ‘μητρικής’ αναπαραγωγής, της γενεαλογίας του οριστικά υποδεχόμενου, αναφέροντας πως η «κατοίκηση είδε τις διαστάσεις της να μειώνονται: για τους ζωντανούς με τα δωμάτια ξενοδοχείου, και για τους νεκρούς με τα κρεματόρια». Τα κρεματόρια τα οποία αναδύονται ως δεσπόζων τροπικό γνώρισμα του Γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού, αντλώντας από το υπόστρωμα του τελετουργικά πολιτικού και της αξίωσης της οριστικής ‘καύσης’ του ανθρώπινου ως συνθήκη και συμβολισμός ‘απε-δαφοποίησης’ και θέσπισης της νόρμας του ‘πρωτείου’. Το κρεματόριο καθίσταται όριο του ναζιστικού πράττειν και ιδεώδους του σωματικά ‘ανέκφραστου’. Βλέπε σχετικά, Benjamin Walter, ‘Passagenwerk I’ 4, σελ. 239.

[10] Σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του έργου, ο διοικητής του χώρου που λειτουργούσε ως χώρος προσωρινής στάθμευσης πριν την σιδηροδρομική μετάβαση στο Άουσβιτς, ανα-φέρει τον λόγο και το μη-όριο: «όλος αυτός ο συρφετός των Εβραίων», να μεταφερθεί εκεί όπου «ανήκει», δηλαδή στο «στάβλο», ‘φορτισμένα’ εκφράζοντας την ναζιστική βιο-πολιτική, τις προεκτάσεις ενός αντι-σημιτισμού που δύναται να θεμελιωθεί στο απώτερο νόημα του ‘μη’, με την Εβραϊκότητα να αναπαρίσταται ως ‘ζωώδης κατάσταση’, ως ‘μητρική χοιροσύνη’, για την οποία αναζητείται και εντοπίζεται ‘οικία’: ο «στάβλος» στην ιστορία, ο «στάβλος» ως «Λύση» και ως «Κατάληξη». Βλέπε σχετικά, Κέρτες Ίμρε, ‘Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο…ό.π., σελ. 47.

[11] Βλέπε σχετικά, Κέρτες Ίμρε, ‘Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο…ό.π., σελ. 208-209.

[12] Δύναται να αναφέρουμε πως ο Σάββας Μιχαήλ, ‘επικοινωνώντας’ με το λογοτεχνικό πράττειν του Ίμρε Κέρτες, παρουσιάζει την μαρτυρία της επιζήσασας του ‘Ολοκαυτώματος’ Λίζα Πίνχας, πλαισιώνοντας την πραγματικότητα του στρατοπέδου φυλετικοποιημένης εξόντωσης και ‘ολόθρευσης’ ως δυστοπική συνθήκη αλλά και ως συνθήκη πραγμοποίησης ενός ‘τεχνοκρατισμού’ που οργανώνει, εκτελεί, και συσσωρεύει υπό το πλαίσιο ενός συγκεκριμένου καταμερισμού εργασίας, κατονομάζοντας, όπως και ο Ίμρε Κέρτες, (με διαφορετικό τρόπο) την ‘αλήθεια’ του ‘Ολοκαυτώματος’, την τραγικότητα εντός του τραγικού, εκεί όπου οι ταγοί του εθνικοσοσιαλισμού δια-κρατούν την πρωταρχική θέση. Και λόγος γίνεται για «ένα κλειστοφοβικό σύμπαν εγκλεισμού, γραφειοκρατικά ιεραρχημένο και τεχνοκρατικά σχεδιασμένο για τη μαζικότερη, ταχύτερη και με το μικρότερο κόστος εξολόθρευση πληθυσμών». Βλέπε σχετικά, Μιχαήλ Σάββας, ‘Η αθέατη πλευρά της τέφρας. Η Liza Pinhas διηγείται,’ στο: Μιχαήλ Σάββας, (επιμ.), ‘Homo Liber…ό.π., σελ. 106.

[13] Μετά την απελευθέρωση του, εντός του περιβάλλοντος της νέας Ουγγρικής κοινωνικότητας, δέχεται ερωτήσεις για τις «φρικαλεότητες» που διεπράχθησαν στα ναζιστικά στρατόπεδα εμπρόθετης βιο-πολιτικής, αναγνωρίζοντας εκ νέου τον εαυτό του στο παράταιρο και όμως έλλογο, στην ασυμβατότητα με την αδημονία της έκθεσης, σε μία ‘ευτυχία’ που για τους άλλους σηματοδοτεί το περιεχόμενο του θανάτου, εκ-φέροντας την μορφή της οικογένειας: για αυτόν που έζησε, που προχώρησε, που στάθηκε πίσω και μπροστά, η ‘οικογένεια’ συγκροτήθηκε στο στρατόπεδο και στα διάφορα στρατόπεδα, συντιθέμενη από λέξεις, εικόνες, ανοιχτές σωματικές πληγές, από μία βραχύβια συντροφικότητα και από την εξεταστική, ‘χειρουργική’ θεώρηση των πάντων: ‘ανήκω’ και στον αριθμό, και στη μονάδα. Ο νεαρός, ως ‘άλλος’ Ίμρε Κέρτες, υπήρξε Ούγγρος, Εβραίος και κρατούμενος, προσδιορίζοντας την εδραίωση της δικής του μνήμης, του δικού του μνημονικού προς που λειτουργεί και ως ‘αναλαμπή’, αφαίρεση, την περίοδο των Ερυθρών συνθημάτων και σημαιών. Δεν είναι απλά ασύμβατος, αλλά απο-καλυπτικά συμμέτοχος, και με τον τρόπο του, οικείος, βιώνοντας την απουσία.

[14] Ο συγγραφέας δεν αναζητεί την ‘αθωότητα’, στο ‘τώρα’ και στο ‘μετά’ της εξόντωσης, παρά την ιστορικότητα, την δυνατότητα της καταγραφικής ενθύμησης, προσωπικής όσο και συνθετικής: «δεν μπορώ να καταπιώ έτσι απλά την ανόητη πικρία του να πρέπει να είσαι απλά αθώος». Βλέπε σχετικά, Κέρτες Ίμρε, ‘Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο…ό.π., σελ. 207.

[15] Ο Γιώργος Κόκκινος, στην ανάλυση του επισημαίνει ό,τι «η τερατώδης και αδιανόητη ιστορική ιδιαιτερότητα του Ολοκαυτώματος αφ’ εαυτής σχεδόν διασπά κάθε υπάρχοντα κώδικα εγγραφής και σημασιοδότησης. Θέτει στο επίκεντρο του προβληματισμού το ζήτημα της αυθεντικότητας, όπως και αυτό του δυνατού της αναπαράστασης, της κατανόησης και της ερμηνείας». Βλέπε σχετικά, Eaglestone Robert, ‘Μεταμοντερνισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος…ό.π., σελ. 16.

[16] Βλέπε σχετικά, Derrida Jacques, ‘Κριοί. Διάλογος ατέρμων: μεταξύ δύο απείρων, το ποίημα’, Πρόλογος-Μετάφραση: Αγκυρανοπούλου Χρυσούλα, Επίμετρο: Βέλτσος Γιώργος, Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα, 2008, σελ. 36.

[17] Αναφέρεται στο: Judt Tony, ‘Η Ευρώπη μετά τον Πόλεμο…ό.π., σελ. 830.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Έρευνα

Ημερολόγιο 2019

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος