Select Page

Όσο υπάρχει αλκοόλ, υπάρχει ελπίδα, του Δημήτρη Μαμαλούκα

Όσο υπάρχει αλκοόλ, υπάρχει ελπίδα, του Δημήτρη Μαμαλούκα

Το 1993 ο πρωταγωνιστής της ιστορίας επιστρέφει χωρίς λόγο και αιτία μετά το στρατιωτικό του στην Ιταλία όπου είχε σπουδάσει. Αποβιβάζεται στο Μπρίντιζι και ταξιδεύει ως την πόλη που πάντα ήθελε να επισκεφθεί και ως τότε δεν τα είχε καταφέρει. Εκεί θα γνωρίσει τον Αντρέα και τη Χριστίνα που ζουν σε ένα άθλιο διαμέρισμα ενός τρισάθλιου μπλοκ πολυκατοικιών, γεμάτου ναρκομανείς, σκουπίδια, ακαθαρσίες, τσουχτερό κρύο και μπόχα. Τι θα ζήσει εκεί; Τι θα συμβεί ανάμεσα σε αυτούς τους τρεις ανθρώπους;

Τελείωσα το βιβλίο με πολλές σκέψεις στο μυαλό μου. Ένα εξαιρετικό κείμενο με ανάγλυφες περιγραφές και μια ιστορία που κυλάει αβίαστα, αυθόρμητα, με ένταση και κάποια αγωνία για την εξέλιξη. Ρεαλιστικότατες περιγραφές ανθρώπων, καταστάσεων και κτηρίων, αποπνικτική και δυσώδης ατμόσφαιρα κυριολεκτικά και μεταφορικά, γιατί δεν είναι μόνο η βρωμιά του κτηρίου και ο φόβος για διαρρήκτες, μαφιόζους ή ό,τι άλλο σου στείλει η τύχη έξω από την επτασφράγιστη πόρτα του διαμερίσματός σου αλλά και η κλειστοφοβία που ανέπτυξα ως αναγνώστης, νιώθοντας ότι δεν μπορούσα να ξεφύγω από αυτό το βιβλίο.

Αλήθεια, γιατί διάλεξε ο συγγραφέας να γράψει αυτήν την ιστορία; Τι ήθελε να πει; Άραγε, υπάρχει χώρος για δεύτερες αναγνώσεις πίσω από τις γραμμές, ακραγγίζοντας έτσι ένα αύταρκες, καφκικό θα έλεγα σύμπαν; Οι εμετικές περιγραφές των συνθηκών διαβίωσης σε αυτά τα μίζερα συγκροτήματα κατοικιών, η πλήρης σωματική και ψυχική εξαθλίωση μέσα στις οποίες καλούνται κάποιοι άνθρωποι χωρίς τύχη, μέλλον, σχέδια, να ζήσουν ήταν από τα πιο συγκλονιστικά κείμενα που έχω διαβάσει. Και η ιστορία αρχίζει αργά και σταθερά να αποκτά έναν σκοπό, να οδεύει προς ένα τέλος. Ο συγγραφέας όμως ξέρει ακόμη και την τελευταία στιγμή να τινάζει το σασπένς στα ύψη, χωρίς να καταφεύγει σε ακρότητες. Έτσι κι εδώ, η ιστορία κυλάει γρήγορα, ατμοσφαιρικά, γίνεται μια ανατροπή και στο τέλος η έκπληξη είναι ακόμη μεγαλύτερη. Επιπλέον, υπάρχουν εκτενείς αναφορές στον τρόπο οργάνωσης της Μαφίας αλλά και στο επίπεδο των σπουδών στην Ιταλία, στοιχεία που δε χαρίζονται στον αναγνώστη, δίνοντας μια άλλη οπτική της κομψής απέναντί μας χώρας.

Δε θα ξεχάσω εύκολα τον Αντρέα και τη Χριστίνα, ή ακόμη χειρότερα τη Σίλβια και τον Μάρκο, τις διεκπεραιωτικές λειτουργίες επιβίωσης (φαγητό, ύπνος, αλκοόλ) σε μια κοινότητα που έπαψε από καιρό να επιβιώνει από μόνη της, τσαλακώνοντας κάθε αξιοπρέπεια και συνθήκες υγιεινής. Η πόλη δεν έχει ταυτότητα, δε χρειάζεται άλλωστε, όπως και τα πλάσματα που προσπερνάμε βιαστικοί όταν πάμε κάπου (γιατί εμείς που έχουμε πάντα βιαζόμαστε), ανάσες που ζεσταίνουν μόνο τον δικό τους κόρφο, μιας και η κοινωνία έχει πάψει να δίνει τον δικό της. Το κείμενο ήταν ένα γερό χαστούκι στη βολεμένη καθημερινότητά μου και άλλο ένα εξαίσιο δείγμα γραφής του κυρίου Δημήτρη Μαμαλούκα.

Το μυθιστόρημα κυκλοφορεί σε τρίτη έκδοση από το Κουκουνάρι και έχει το αγαπημένο μου σχήμα τσέπης και μια εξαιρετική ποιότητα χαρτιού! Το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2002 και θα ψάξω σίγουρα να δω την ταινία.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!