Select Page

Όταν βρέχει ζωντανεύουν τ’ αγάλματα, της Μαρίνας Αργυροπούλου

Όταν βρέχει ζωντανεύουν τ’ αγάλματα, της Μαρίνας Αργυροπούλου

Η Αρσινόη ταξιδεύει με τη φίλη της, Άννα, στη Ρώμη και αυτό το ταξίδι θα αλλάξει τον χαρακτήρα της. Παρ’ όλο που είναι ερωτευμένη με τον Άρη, δεν παύει να σκέφτεται τα αρνητικά και τα θετικά αυτής της σχέσης ενώ ταυτόχρονα εκφράζει δισταγμούς και αμφιβολίες ως προς τα κοινά τους χαρακτηριστικά. Η γνωριμία της με τον Ιταλό σερβιτόρο Λορέντζο θα τη βοηθήσει να δει μια πόλη διαφορετική, με αγάλματα που ζωντανεύουν όταν βρέχει.

Το μυθιστόρημα ακροβατεί ανάμεσα στο νατουραλιστικό και το σουρεαλιστικό και περιγράφει καταστάσεις και συναισθήματα που υπερβαίνουν τη λογική. Παρ’ όλο που υπάρχει δράση και πολλές ρεαλιστικές σκηνές, η γραφή της Μαρίνας Αργυροπούλου δίνει έμφαση στη δύναμη των λέξεων και την ικανότητά τους να δημιουργούν ατμόσφαιρα και συναισθήματα παρά στην καθαυτό περιγραφή της πλοκής. Η ιστορία έχει αρχή, μέση και τέλος (έστω και κάπως ασαφές), με παρέσυραν όμως περισσότερο οι επιλογές των λέξεών της και η ικανότητά της να περιγράφει γεγονότα που αγγίζουν τη σφαίρα του εξωπραγματικού με τέτοιο τρόπο που με έκαναν απόλυτα δικό τους. Σε άλλες περιπτώσεις ίσως άφηνα στην άκρη ένα τέτοιο βιβλίο, το συγκεκριμένο όμως εξισορροπεί αρμονικά ανάμεσα σε αντικρουόμενα είδη αφήγησης, ακολουθώντας το δικό του μονοπάτι και χαράζοντας τη δική του πορεία.

Η γνωριμία με τον εντελώς προσωπικό κόσμο της συγγραφέως ξεκίνησε νωρίς, στη σελίδα 14: «Σκεφτόμουν ότι αν έπεφτε το αεροπλάνο, εκείνος θα λυπόταν και θα μετακινούσε μόνιμα πια το κρεβάτι του δίπλα στο παράθυρο για να κοιτάει τη βροχή. Θα έβρεχε συνέχεια, οπότε δε θα ήταν καλό για τη μέση του να μετακινεί τα έπιπλα διαρκώς». Και στη συνέχεια: «…γλυπτά με ύφος αγέρωχο να μας ειρωνεύονται για τη θνητότητά μας…» (σελ. 15) αλλά και παρακάτω: «Του χαμογέλασα γλυκά και εύθραυστα» (σελ. 80) ενώ το αγαπημένο μου απόσπασμα βρίσκεται στη σελίδα 126; «Το καλοκαίρι μυρίζει πλυμένο σταφύλι που ακόμα στάζει… Το φθινόπωρο κάνει κρατς από τα πεσμένα φύλλα που πάτησες. Και μας κοιτάζει. Μας κοιτάζει από την απέναντι γωνία. Κάθε άνοιξη».

Με αυτό το στυλ αφήγησης και γραφής μας συστήνεται η Ρώμη και ταυτόχρονα η ψυχοσυναισθηματική νοημοσύνη μιας καρδιάς που ταλαντεύεται ανάμεσα σε έρωτες και ταυτόχρονα είναι ανοιχτή σε νέες εμπειρίες. Η πόλη της Ρώμης ζωντανεύει για μια απόλυτα προσωπική γνωριμία, μακριά από τα φλας και τη φασαρία των τουριστών, σκοτεινή και άγρια κι όμως τόσο μα τόσο γοητευτική! Έτσι λοιπόν από τη μια το βάρος των λέξεων και από την άλλη ο τόπος όπου διαδραματίζεται το μυθιστόρημα με παρέσυραν σε μια ιστορία διαφορετική, όπου δε με ένοιαζε αν τελικά η Αρσινόη υπέκυψε στα θέλγητρα του Λορέντζο ή όχι ούτε αν ο Γιάννης που τις φιλοξενούσε θα παντρευτεί τελικά την Τερέζα ούτε τίποτα. Απλώς διάβαζα και γευόμουν μια διαφορετική αναγνωστική εμπειρία, την οποία συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος