Αλέκος Χατζηκώστας ‘Μακρινή Παρουσία’

26.02.2020

σχόλια

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Βεροιώτη δημοσιογράφου Αλέκου Χατζηκώστα φέρει τον τίτλο ‘Μακρινή Παρουσία.’ Έχει προηγηθεί η έκδοση διηγημάτων καθώς και βιβλίων ιστορικού περιεχομένου, με τον συγγραφέα να ασκείται στον γραπτό λόγο, ή στην «τέχνη του λόγου»,[1] όπως προσδιορίζει τον λόγο ο Γιώργος Βέλτσος, και στις εκφάνσεις που αυτός προσλαμβάνει.

Ο τίτλος αυτής της πρώτης ποιητικής συλλογής, εγγράφει εντός της τους όρους συγκρότησης ενός ιδιαίτερου ποιητικού ‘αρχείου’ που, εν προκειμένω, αναγνωρίζει την παρουσία ως μακρινή, σχηματοποιώντας την και αποκαλύπτοντας την σταδιακά, ενώπιον του αναγνώστη. Τι δύναται να σημάνει η έκφραση ‘Μακρινή Παρουσία’ και ποιον ή ποιους αφορά;

Δύναται να προσθέσουμε ό,τι χαρακτηριστικά αυτής της ‘Μακρινής Παρουσίας’ αναδεικνύει ο ποιητής στο ποίημα του με τον τίτλο ‘Όταν,’ εκεί όπου αναφέρεται η διάσταση μίας αλλαγής που δεν δύναται να είναι παρά ‘βαθιά’ και εντατική, ιδιαιτέρως εκφραστική και για αυτόν τον λόγο χρονική και υπαρξιακή, στο βαθμό που τονίζεται μέσω της χρήσης του χρονικού συνδέσμου ‘Όταν’ που εδώ συνενώνει διάφορες και διάστικτες στιγμές,[2] που φέρουν, σπερματικά και μη, τα νοηματικά πλαίσια της ποιητικής συλλογής. « Όταν Τα χιλιόμετρα των αναμνήσεων άρχισαν πια να μετριούνται Όταν Τα όνειρα τις νύχτες απέκτησαν οσμή και γεύση Όταν Οι εποχές του χρόνου βρήκαν πάλι τον δρόμο τους Όταν Το δάκρυ του αποχαιρετισμού έγινε απόφαση Όταν Η πολύμηνη απουσία έγινε μακρινή παρουσία Όταν Οι μαύρες σκέψεις απέκτησαν χρώμα Τότε Ήρθε ξανά το χαμόγελο στα χείλη του».[3]

Ο Αλέκος Χατζηκώστας διαμορφώνει μία ιδιαίτερη ‘αρχιτεκτονική,’ ή, διαφορετικά ειπωμένο, έναν αφηγηματικό ‘ιστό’ πάνω στον οποίο και επεξεργάζεται το υλικό του, αφού πρώτα το έχει κατηγοριοποιήσει. Η συλλογή διαρθρώνεται σε έξι επιμέρους ενότητες που έχουν συγκεκριμένα τις εξής ονομασίες: ‘Του Χρόνου, του Τόπου, της Κοινωνίας, του Καιρού, του Νερού, της Προσμονής,’ αναδεικνύοντας συνθήκες που άπτονται των προσλαμβανουσών του ποιητή, μνημονικών, ερωτικών και πολιτικών-ιστορικών που συνυφαίνονται διαλεκτικά.

Σε κάθε μία από τις παραπάνω ενότητες εκδηλώνονται εμπρόθετα διαστάσεις χρόνου (η πρώτη ενότητα, αλλά και η ενότητα του ‘Καιρού’) και δη καθημερινού χρόνου, που κατανέμεται με βάση και τις ημέρες της εβδομάδας, προσιδιάζοντας σε μία αίσθηση ‘ευταξίας’ εντός της οποίας όμως εμφιλοχωρεί το ‘απρόβλεπτο,’ το πρόσημο μίας εν γένει προσωπικής και εξομολογητικής διάθεσης, που εναλλάσσει τον έρωτα[4] ως δυνατότητα πραγμάτωσης με την ανοιχτή και ‘καλοκαιρινή’ πρόσληψη του. Και ο έρωτας ίσως αποτελεί και έναυσμα συναισθηματικών διεργασιών με σημείο αναφοράς τον χρόνο.

Διαπερνά τον έρωτα ο χρόνος; Επι-τελείται στο ‘τώρα’ (‘ο χρόνος του τώρα’ του Walter Benjamin) ή στο παρελθόν, συνδεόμενος με μία νεανική ορμή;

Ακόμη και ο διαψευσμένος έρωτας καταγράφεται, με το λάθος ή με το τραύμα, να μην απωθούνται σε ένα ‘άχρονο εκτός,’ αλλά να υπενθυμίζουν το ό,τι συνέβαλλαν στη διαμόρφωση αυτού που αποκαλείται ευρύτερα, στάση ενώπιον των άλλων και της ζωής. Πρωταρχικά, η ‘Μακρινή Παρουσία’ συντίθεται από την έννοια του χρόνου που δεν εκμαιεύει καταστάσεις και αφηγηματικά άλματα, όσο αξιώνει να ‘ακουσθεί΄ ενώπιον του αναγνώστη που προβάλλει τον δικό του ‘ρυθμό’ επί της λέξης και επί του κειμενικού ‘σώματος.’

Και εφόσον η ανάγνωση προχωρά τόσο και ο αναγνώστης ‘δοκιμάζεται,’ καλούμενος, λαμβάνοντας το ερέθισμα, να ανταποδώσει μορφοποιώντας και αυτός. Και τα ερεθίσματα της ‘Μακρινής Παρουσίας’ είναι ο χρόνος και η εποχή, η επιθυμία και η απώλεια, ο χώρος και η πολιτική, ο υπολογισμός και το ανείπωτο. Άλλωστε, όπως τονίζει ο Maurice Blanchot: «Η ανάγνωση δίνει στο βιβλίο την άξεστη ύπαρξη την οποία φαίνεται ό,τι το άγαλμα κερδίζει μόνο με τη σμίλη».

Προχωρώντας παραπέρα, και με βάση την κατηγοριοποίηση στην οποία προβαίνει ο ποιητής, που και ως περιεχομενικότητα, αντιστοιχεί σε σειρά προσδοκιών και διαψεύσεων, απολογισμών και κοινωνικών-πολιτικών στάσεων, δεικνύοντας προς τον μη-ιδεατό άξονα, όχι της διαβάθμισης, αλλά, αντιθέτως, μίας δραστικής ωρίμανσης σε πολλά επίπεδα, διακρίνεται η όψη της ‘εντοπιότητας’[5] που ακόμη και αν δεν κατονομάζεται ανοιχτά, ξεχωρίζει την γενέθλια πόλη, την Βέροια, μέσω της αναφοράς στην ‘Ελιά’ η οποία εκθέτει πρόσωπα και την μορφή που είχε η πόλη στο παρελθόν, μορφή που στην ποιητική αφήγηση είναι περισσότερο εξευγενισμένη.

Σε αυτό το σημείο, η έννοια του δημόσιου χώρου μετεξελίσσεται προς την κατεύθυνση της εστίασης στη ‘μονάδα,’ δηλαδή στο σπίτι (στο ερειπωμένο σπίτι) που δια-κρατεί ή και προσδιορίζει την παρουσία της πόλης στον ιστορικό χρόνο, αποτελώντας ένα συμβολικό ‘αρχείο’ που όντας θρυμματισμένο, αποδεικνύει την χρησιμότητα του.

Είναι ενδεικτικό ως προς αυτό, το ποίημα ‘Ερειπωμένα Σπίτια’: «Του άρεσε να κοιτά ερειπωμένα σπίτια που δεν έχουν ντροπή άλλα πείσμα για τη γύμνια τους. Του άρεσε να ψάχνει στους σοβάδες τους χαμένες από ελπίδες ζωές τριζάτους πόθους στα πατώματα. Να ζωγραφίζει τις μοναξιές αμέριμνων περαστικών αδιάφορων, βουβών για τους παλιούς ενοίκους τους Και οι αναμνήσεις κρυμμένες ευαισθησίες με τα κλειδιά τους να μη βρίσκονται σε αρμαθιές».[6]

Από τα «ερειπωμένα σπίτια» της γενέθλιας γης και της περιπλάνησης σε οδούς του πραγματικού, από τα ‘ίχνη’ της κίνησης που λειτουργεί ως έναυσμα εκδίπλωσης των ονείρων, λαμβάνει χώρα η μετατόπιση προς το έδαφος της κοινωνικής αλλά και πολιτικής ποίησης, με τον ποιητικό λόγο, παράλληλα με την διεύρυνση του ‘χώρου’ ώστε να εκφρασθεί το όραμα και η οραματική διάσταση, με όρους κοινωνικής-πολιτικής ‘χειραφέτησης,’ να συγκροτεί εκ νέου την πόλη της Θεσσαλονίκης ως τόπο πολιτικών δολοφονιών αλλά και κοινωνικών-εργατικών αγώνων, φθάνοντας παράλληλα στη δυστοπική Μόρια της Λέσβου, χώρο υποδοχής προσφύγων και μεταναστών που διαβούν κάτω από δύσκολες συνθήκες.

Στον τόπο «των ζωντανών νεκρών»,[7] όπως τον αποκαλεί, προϊόν συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων και επιλογών. Επίσης, το στοιχείο που προστίθεται, υπαινικτικά και φανερά, αρχετυπικά, είναι το Μάτι Αττικής το οποίο, ως ‘τόπος’ θανάτου, διαγράφει ανάγλυφα αυτό που ορίζεται ως πολιτική της δράσης και περαιτέρω ηθική της επιλογής, με τον ποιητή να ορίζει εκ νέου το ‘δεδικαίωται’ για τους νεκρούς, που είναι τόσο η μνημόνευση, αλλά, και, κύρια, η επιτέλεση του ρήματος ‘πράττω.’

Η λεγόμενη κοινωνική-πολιτική ποίηση, με τις αναφορές σε σε νεαρούς εργαζόμενους και συνταξιούχους, καταλαμβάνει σημαντικό μέρος της ποιητικής συλλογής δίχως όμως να λειτουργεί εις βάρος των υπολοίπων.

Έτσι, ισομερώς κατατιθέμενες οι ενότητες ‘ανα-κατασκευάζουν’ την πραγματικότητα, πλαισιώνουν εκ νέου στιγμές ενός βίου που διαλέγεται με τους μείζονες όρους της ύπαρξης, δίδοντας χώρο στο ‘ανεπαίσθητο,’ στην προσμονή και ακόμη, στο ‘έλεος’ της λέξης που τοποθετείται εντός ποιήματος.

Στη μνήμη που συνιστά ‘μέτρο των πραγμάτων’ μετονομάζοντας την ‘κατάσταση εκτάκτου ανάγκης’ σε δυνατότητα μέλλοντος.

Με εξομολογητική διάθεση και δίχως μελοδροματικές εξάρσεις, με δεσπόζουσα την ποίηση που ‘επικοινωνεί’ με την φαντασμαγορία του παροντικού χρόνου, ο Βεροιώτης δημοσιογράφος, προσεγγίζει το ποιητικό πρόσημο του Γερμανού ποιητή Friedrich Holderlin: «Διότι κανείς δεν μπορεί να επωμιστεί το ζην μόνος» (Den Keiner tragt das Leben allein).[8] Στο σημείο όπου το ποίημα αναπαράγεται, διακύβευμα για τον ποιητή, αποτελεί η ‘σπορά’ (το ‘ίχνος’) το ‘να μείνει’ και να ‘κερδηθεί κάτι,’ ανακαλώντας υπόγεια τον λόγο του Γιώργου Σεφέρη: «Φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη και να τη σπείρουν. Ό,τι πέρασε, πέρασε σωστά».

 

_____

[1] Βλέπε σχετικά, Βέλτσος Γιώργος, ‘Ευριπίδης Γαραντούδης. Πάνω σε στίχους του Σεφέρη,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ Ένθετο ‘Βιβλιοδρόμιο,’ 15-16/02/2020, σελ. 7.

[2] Η αναλυτική προσέγγιση του Γάλλου φιλοσόφου Alain Badiou, περί ‘συμβάντος’ ή αλλιώς, περί της έννοιας του ‘συμβάντος,’ δύναται να φανεί χρήσιμη στην ανάλυση της ποιητικής συλλογής του Αλέκου Χατζηκώστα, ο οποίος και αποδίδει στο ποιητικό ‘πράττειν’ όπως αυτό κατατίθεται, στοιχεία ‘συμβάντος’ που συναρθρώνει τον χώρο με το χρόνο (ακόμη και τον ενεστωτικό χρόνο), εκδηλώνοντας ‘σημεία’ που καθίστανται κάτι παραπάνω από απλές αναφορές: Ο ποιητής αυτο-προσδιορίζεται εκ νέου και ενίοτε ‘φορτισμένα,’ υπό το πρίσμα μίας αφηγηματικής επιτέλεσης που είναι συνειδητή αλλά και συνειρμική. Για την έννοια του ‘συμβάντος’ κατά τον Αlain Badiou, βλέπε σχετικά, Badiou Alain, ‘Aπό το είναι στο συμβάν,’ Μετάφραση: Δημήτρις ΒεργέτηςΈφη ΓιαννοπούλουΝίκος ΗλιάδηςΚατερίνα ΚέηΆντα ΚλαμπατσέαΧάρης Ε. Ράπτης, Επιμέλεια: Βεργέτης Δημήτρις, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2009.

[3] Βλέπε σχετικά, Χατζηκώστας Αλέκος, ‘Όταν,’ Ποιητική Συλλογή ‘Μακρινή Παρουσία,’ Εκδόσεις Άλφα, Χίος, 2019, σελ. 15. Το πρόθημα ‘Τότε’ ‘ενσαρκώνει’ και παράλληλα συμπυκνώνει την δυνατότητα μίας αλλαγής-μεταβολής που δεικνύεται σωματικά, ωσάν ‘απλή χειρονομία.’ «Τότε Ήρθε ξανά το χαμόγελο στα χείλη του».

[4] Εάν για την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ που απεβίωσε πριν από λίγες ημέρες, ο έρωτας και οι ερωτικές αναφορές-εγκλήσεις ‘σωματοποιούνται,’ προβάλλοντας έναν ‘λόγο ύπαρξης’ και, σε ένα δεύτερο επίπεδο, την απουσία ωσάν συμβολικό ‘θάνατο,’ τότε, για τον Αλέκο Χατζηκώστα, συνιστά μία εν δυνάμει ‘παρηγορία,’ ενέχει μία νεανική χροιά, προσεγγίζοντας μοτίβα προσδοκίας και ‘αναγέννησης’ που συμβολίζεται και μέσω της ‘Άνοιξης,’ όπως επίσης και μοτίβα μίας ‘παύσης’ που δεν δύναται, για κάποιον ή για κάποιους λόγους, να καθίσταται οριστική. Ο ποιητής, θέτοντας ως διακύβευμα την εναργέστερη απόδοση του ερωτικού, ποιητικώ τω τρόπω, ασκείται στις αντιθέσεις, αναγνωρίζοντας την στιγμιαία διάρκεια του έρωτα στο ατέρμονο και στο ατελείωτο ενός ερωτικού χορού. Τι δύναται να διαρκέσει, εάν όχι η ίδια μνήμη και στο βλέμμα; (διαδικασία μνημονικής ‘οπτικοποίησης’) «Μου είπες: θα σε αγαπώ αιώνια: Σου είπα: Και εγώ μία αιωνιότητα και μία μέρα Μα ο χορός μας κράτησε λίγο και έμεινε ατέλειωτος Μείναμε με την αλμύρα και την αλμύρα της θάλασσας…». Βλέπε σχετικά, Χατζηκώστας Αλέκος, ‘Υπάρχουν χοροί που δεν τελειώνουν ποτέ…ό.π., σελ. 9 & Αγγελάκη-Ρουκ Κατερίνα, ‘Ωραία Έρημος η Σάρκα,’ Εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα, 1997.

[5] Η αναφορά στην γενέθλια πόλη δεν εκπίπτει στην κατηγορία της χωρικής ‘εξιδανίκευσης,’ σε μία «ρηχή, συγκινησιακά και ιδεολογικά, ριζολαγνεία», για να παραπέμψουμε στην ανάλυση του Σπύρου Τσακνιά για την σειρά διηγημάτων του Χριστόφορου Μηλιώνη ‘Καλαμάς κι Αχέροντας.’ Βλέπε σχετικά, Μηλιώνης Χριστόφορος, ‘Καλαμάς Κι Αχέροντας,’ Επίμετρο: Τσακνιάς Σπύρος, Εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα, 2017, σελ. 137.

[6] Βλέπε σχετικά, Χατζηκώστας Αλέκος, ‘Ερειπωμένα σπίτια…ό.π., σελ. 17. Με το υπόδειγμα του τόπου και της οικίας που δύναται να ενσωματώσεις τις εκφάνσεις της ιστορίας, καταπιάνεται ο Αλέκος Χατζηκώστας και σε διηγήματα του, όπως διαφαίνεται στο εκτενές διήγημα του ‘Το Βεράνι’ που συμπεριλαμβάνεται στη σειρά διηγημάτων ‘Μικρές ιστορίες, μεγάλα όνειρα.’ Η μισογκρεμισμένη, από πυρκαγιά, οικία ως ‘γενεαλογικό’ πεδίο συγκρατεί την ατομική μνήμη που από ένα σημείο και έπειτα μετασχηματίζεται σε ιστορική (δεκαετία του 1940), η οποία για να αποκαλυφθεί απαιτείται έρευνα πεδίου, επανεπινοώντας συνάμα την παρουσία του ‘φαντάσματος’ ως όνομα που συμβάλλει σε μία ιστορικά-πολιτικά δραματοποιημένη αφήγηση. Μέσω του χάσματος και των ερειπίων, οι ζωές συνδιαλέγονται, με τον συγγραφέα να ομνύει στις πλαισιώσεις της μικροϊστορίας που εξελίσσεται παράλληλα με την μακροϊστορία και το ίδιο δραματικά και επώδυνα. Βλέπε σχετικά, Χατζηκώστας Αλέκος, ‘Το Βεράνι,’ Σειρά Διηγημάτων,’ Μικρές ιστορίες, μεγάλα όνειρα,’ Εκδόσεις Εντύποις, Αθήνα, 2017, σελ. 35-68.

[7] Βλέπε σχετικά, Χατζηκώστας Αλέκος, ‘Στη Μόρια λοιπόν…ό.π., σελ. 33. Όσον αφορά το ποιητικό περιεχόμενο που προσιδιάζει στην ανα-πλαισίωση της προσφυγικής παρουσίας, στους όρους άσκησης μίας ιδιαίτερου τύπου, ‘θανατο-πολιτικής,’ έτσι όπως αρθρώνεται και εκφράζεται στο Αιγαίο Πέλαγος και στη Μεσόγειο Θάλασσα η ποίηση του Αλέκου Χατζηκώστα συγκλίνει προς το ποιητικό υπόδειγμα που καταθέτει ο ποιητής Ε. Μύρων, ο οποίος εστιάζει στην στηλίτευση και στην εννοιολογική αποδόμηση του όρου ‘λαθραίος’ τμηματικά και έμπρακτα, αφήνοντας να διαρρεύσει η αγωνιώδης απορία, προς την ‘Μητέρα’ και η αίσθηση μίας ανθρωπινότητας που επιμένει. Στο ποιητικό ‘πράττειν’ του Αλέκου Χατζηκώστα, ο θεωρούμενος ως ‘ένοχος,’ ονομάζεται πολιτικά και ιδεολογικά. Για την ποίηση του Μύρωνα, Βλέπε σχετικά, , Ιωαννίδου Άννα, ‘Αφιέρωμα στην νέα ποιητική συλλογή ‘Γράμμα στη Μητέρα,’ Λογοτεχνική Ιστοσελίδα ‘Αποτυπώματα,’ 14/11/2019, https://www.apotipomataκ.com/afieroma-gramma-sti-mitera-emiron/.

[8] Αναφέρεται στο: Derrida Jacques, ‘Κριοί. Διάλογος ατέρμων: Μεταξύ δύο απείρων, το ποίημα,’ Πρόλογος-Μετάφραση: Αγκυρανοπούλου Χρυσούλα, Επίμετρο: Βέλτσος Γιώργος, Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήναι, 2008.

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Κώστας Θερμογιάννης

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου