Γεννήθηκα χωρίς να το θέλω
μεγάλωσα δίχως επιλογή
και φορτώθηκα με ό,τι άντεχα
δοκιμάζοντας πάντα παραπάνω
και ίσως λίγο περισσότερο
και ίσως λίγο ακόμη

και στην αυταπάτη της αντοχής μου
-στο ψέμα του αλύγιστου
στην πλάνη του ισχυρού-
ξέχασα να ξυπνάω για μένα
ξέχασα να κοιμάμαι για μένα
ξέχασα να προσέχω εμένα

ξέχασα και να με αγαπήσω
μεγαλώνοντας δίχως επιστροφή
αναζητώντας φωτιές και όρια
στο μεταίχμιο της πραγματικότητας
προκαλώντας θεούς και δαίμονες
γοργά στα σκοτάδια αποκοιμήθηκα

τον άνθρωπο να παριστάνω
τον άνθρωπο να λατρεύω
και τον άνθρωπο να μισώ
μα η σκιά μου πίσω από το φως
πάντα ανθρωπάκι να φανερώνει
ανθρωπάκι εύθραυστο.

Έχει ένα βάρος η ζωή, αλήθεια
αλήθεια βαραίνουν οι ανάσες
αλήθεια φθίνει το φως
αλήθεια πονάει ο χρόνος
και πυρώνονται τα βουνά
πίσω από την κάθε ανατολή

και μένει πάντα στον αέρα
κάτι γεύση να του δίνει
κάτι που γοητεύει την ατμόσφαιρα
κάτι τόσο χαζό κι ανθρώπινο μαζί
-όχι το αίμα, μήτε η προσπάθεια-
κάτι που στον ουρανό γαληνεύει.

γράφει ο  Σωκράτης Τσελεγκαρίδης