– Κοίτα με. Τα χέρια σμιλεύουν το φως.
Άκου με. Ο θόρυβος από χρόνια φοβάται.
Εαυτέ μου πού πας;
Το πλέγμα της ζωής μαζί μας έμπλεξε. 
Για πάντα εχθροί. Για πάντα ένα.
Λευτεριά εαυτέ μου πώς θα βρεις;
Κυλάει η φύση. Πέφτει ο χρόνος. Νιώσε με.
Σκιά ακούνητη. Διάφανη. Πάντα παρούσα.
Εαυτέ μου πού πας;
Τα νύχια δεν φτάνουν στα βάθη των ψυχών.
Και οι πληγές κουράστηκαν να κινούνται.
Λευτεριά εαυτέ μου πώς θα βρεις;

– Στο κούτελο το ιδρωμένο.
Στα χείλη τα σκασμένα. 
Στης βροχής το αισιόδοξο τραγούδι.
Στο χώμα το νοτισμένο.
Στα δέντρα τα καρποφόρα.
Στης ψυχής την αιώνια αλλαγή.
Στα δάχτυλα τα γδαρμένα. 
Στου ήλιου τα σκοτάδια. 
Στου θανάτου την πρώτη ανακωχή.
Εκεί θα με βρίσκεις. Πάντα.
Πάντα θα φεύγω, θα γυρνώ. 
Δίχως απαιτήσεις. Μόνο λαχτάρα.

 

_

γράφει ο  Σωκράτης Τσελεγκαρίδης