Select Page

Βαβέλ, του Γιώργου Γιαντά

Βαβέλ, του Γιώργου Γιαντά

Ο Λέανδρος Μίρκας είναι υποδιευθυντής στο υποκατάστημα της Athlon στο Σύνταγμα, υψηλού κύρους τραπεζικός, αγαπάει το χρήμα και τη ζωή. Στο μυθιστόρημα ξεδιπλώνονται όλες οι πτυχές του χαρακτήρα του και πόντο πόντο συγκροτείται η εικόνα ενός τρισάθλιου υποκειμένου, που δεν ορρωδεί προ ουδενός και διαπράττει εγκλήματα ενώ η αφήγηση και ο τρόπος σκέψης του είναι σα να δίνει στον αναγνώστη την περιγραφή μιας ήρεμης, χαλαρής βόλτας! Πότε θα τιμωρηθεί αυτός ο άνθρωπος; Πώς γίνεται ένα μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται σε έναν χρηματοοικονομικό τομέα, γεμάτο τραπεζιτικές, οικονομικές και επενδυτικές θεωρίες και ορολογία να καταφέρει να με κρατήσει ως το τέλος; Πώς και γιατί τελικά παγιδεύτηκε η Ελλάδα στα χαρτιά του Μνημονίου; Γιατί ακολουθεί η αστυνομία τα ίχνη του Μίρκα; Τι θα αποκομίσει αυτός ο παλιάνθρωπος από τα ταξίδια του σε νήσους Κέυμαν, Ελβετία και Μυτιλήνη; Ένα συναρπαστικό βιβλίο, που δε χαρίζεται σε κανέναν και κυρίως στον πρωταγωνιστή του.

Μέχρι στιγμής δεν έχω μισήσει κανέναν άλλον χαρακτήρα βιβλίου όσο τον Λέανδρο Μίρκα. Είναι ένας απαίσιος αντι-ήρωας, ένας άνθρωπος που αγάπησα να μισώ και ήθελα να τον δείρω μέχρι την τελευταία μου ανάσα. Ο συγγραφέας είναι αμείλικτος: από σελίδα σε σελίδα, από παράγραφο σε παράγραφο, στήνει μπροστά στον αναγνώστη έναν σύγχρονο Ντόριαν Γκρέυ, ένα ανδρείκελο, το οποίο καθρεφτίζεται στο πράσινο χαρτί του δολαρίου και στη χρυσή λάμψη των μανικετόκουμπων που στεφανώνουν τη μανσέτα των χεριών που έχουν βουτηχτεί ανενδοίαστα στο αίμα και στην απάτη. Η καθημερινότητά του είναι να εξαπατά τον κόσμο, να συμπορεύεται στην πολιτική των τραπεζών για άφθονη ροή δανείων, ακόμη και από αφερέγγυους πελάτες και όπου συναντά εμπόδια να τα προσπερνά ακόμη και χωρίς ηθικές αναστολές. Γιατί; Ο τρόπος που αξιοποιούν όλα τα δάνεια οι τράπεζες είναι τόσο ασύλληπτος που εύχομαι ολόψυχα να μην είναι αλήθεια, δυστυχώς όμως ο κύριος Γιαντάς, εκτός από συναρπαστική γραφή, κάνει και ενδελεχή, τεκμηριωμένη έρευνα, οπότε φοβούμαι πολύ.

Αυτό το πλάσμα έχει μια άνετη ζωή, παχυλούς λογαριασμούς μισθοδοσίας και καταθέσεων, μια Ουρανία που περιφέρεται σα σκιά σε όλο το κείμενο, έχει μια τρυφηλότητα και μια υπεροψία μεγάλου μεγέθους, «συνευρίσκεται» με ό,τι θηλυκό  κινείται, συμμετέχει σε οργιαστικά πάρτυ (αυτό μου άρεσε πολύ, δεν είναι άνθρωπος παραδομένος στην ηδονή, ταγμένος στον ελιτισμό, όχι, τα πάρτυ αν παρεκτραπούν και είναι καλεμένος θα παρασυρθεί, δεν τα επιδιώκει όμως!), κάνει τρομερές απάτες εις βάρος αθώων αλλά και μεγαλοκαραχαριών, εξασφαλίζει με τον καλύτερο τρόπο τη δική του πλάτη και όλη αυτή η κατηφόρα φαίνεται να μην έχει τέλος. Κι όχι τίποτε άλλο, ένιωσα τόσο αδύναμος και γεμάτος οργή από την αδικία αυτό το πλάσμα να εξακολουθεί να κινείται ανάμεσά μας, χωρίς ο συγγραφέας να δείχνει πως θέλει να τον τιμωρήσει. Ναι, καλά. Από ένα σημείο και μετά αρχίζει μια ασύλληπτου μεγέθους κάθετη πτώση, μακριά από κάθε κλισέ που θα μπορούσε να κλείσει βιαστικά, πρόχειρα ή ανικανοποίητα ένα μυθιστόρημα. Και τότε…

Ο Λέανδρος Μίρκας δεν είναι απλά ένας απατεώνας ολκής αλλά και ένας αδίστακτος δολοφόνος. Όσο βάθαινα στο περιεχόμενο του κειμένου, τόσο μου ξπετάγονταν νέα αρνητικά χαρακτηριστικά του, με αποκορύφωμα την αφαίρεση ανθρώπινων ζωών. Ποιων, πότε και γιατί αλλά κυρίως τι αποκόμισε από αυτές τις πράξεις το αφήνω στον αναγνώστη, γιατί όσα και να γράψω, δεν είναι τίποτα μπροστά στη λεπτομερή πλοκή και στη σωρεία των γεγονότων που συμβαίνουν στη ζωή του τραπεζικού αλλά και των χρηματοοικονομικών κύκλων. Η ροή της αφήγησης είναι μια διαρκής σφαλιάρα, όταν δείχνει είτε την αποφασιστικότητα για περισσότερα χρήματα είτε την αδικία που η θέση του Γενικού Διευθυντή πάντα καλύπτεται από κάποιον άλλον μέσα από συνεχόμενες εκπλήξεις είτε από σοκαριστικά απλοϊκά σκηνικά, όπως η βόλτα του στη Βουκουρεστίου, όπου αγόρασε ένα ζευγάρι μανικετόκουμπα, «που άξιζαν τα δυο χιλιάρικα που έσκασα». Δηλαδή με την ίδια φυσικότητα που ένας άνεργος λέει στον φίλο του για την ανέχειά του να αγοράσει έναν καφέ, έτσι κι ο Μίρκας αγοράζει πράγματα πανάκριβα, μόνο και μόνο για το γόητρό του!

Θα στραφώ τώρα στην Ουρανία. Ο Μίρκας περιστοιχίζεται από γυναίκες, με δύο από αυτές να παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή του. Οι άλλες είναι ένα ξεσπάθωμα, μια εμπειρία, δύο όμως είναι αυτές που θα τον επηρεάσουν πιο έντονα. Και η άχρωμη, άοσμη Ουρανία είναι μια μορφή που μ’ έκανε και δάκρυζα κάθε φορά για όσα τράβαγε. Δεν παίρνει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ιστορία, ούτε μια αράδα διαλόγου δεν έχει σε ολόκληρο το μυθιστόρημα. Τη βλέπουμε πάντα μέσα από τα μάτια του Λέανδρου, άρα υποτιμητικά, τόσο πολύ που εξοργίστηκα (και) με αυτό. Είναι η γυναίκα του. Δεν την αγάπησε ποτέ; Κι αν δεν την αγάπησε δεν μπορεί να της φερθεί με στοιχειώδη αξιοπρέπεια; Είναι μια γυναίκα που την κοροϊδεύει και την εξαπατά ασύστολα, τη σιχαίνεται και δυστυχώς ο κύριος Γιαντάς δε φείδεται εκφράσεων, λέξεων και καταστάσεων (όχι, δεν την ξυλοκοπά, δε χρειάζεται να καταφύγει στη σωματική βία). Ακόμη και όταν τα πράγματα φτιάχνουν κάπως ανάμεσά τους, ο Μίρκας δε γνωρίζει εμπόδια, προβαίνοντας σε κάτι που με έκανε να θέλω να κλείσω το βιβλίο και να μη διαβάσω παρακάτω. Κι εκείνη εκεί, να περνάει από σελίδα σε σελίδα σαν ψυχή που δεν έχει δικαιωθεί ακόμη στον επίγειο κόσμο. Και το ξέσπασμά του σ’ εκείνη, όταν το μυθιστόρημα κοντεύει να τελειώσει και ο τραπεζικός ζει τη μεγάλη ανατροπή, ήταν τόσο άδικο που τάχτηκα σαφέστατα υπέρ της. Ομολογώ πως περίμενα η έκπληξη να έρθει από αυτήν τη γυναίκα, όμως όχι! Υπήρξαν άλλες καταστάσεις, αποφάσεις και εξελίξεις που δεν ήταν απαραίτητο να είναι εκείνη υπεύθυνη για την κατρακύλα του άντρα της. Η Ουρανία είναι μια γυναίκα που θα θυμάμαι για καιρό.

Ωραία όλα αυτά, έχουμε έναν απατεώνα, πολυσχιδή ερωτικά, αδίστακτο εγκληματία. Είπα και κάποια πράγματα για την πλοκή. Τι άλλο έχει να περιμένει ο αναγνώστης; Πολλά. Μέσα από την ιστορία αυτή, ο κύριος Γιαντάς, με επιμέλεια, κόπο και έρευνα, καταφέρνει να αποτυπώσει ανάγλυφα όλη τη σημερινή τραπεζική και χρηματοοικονομική κατάσταση, όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και του κόσμου. Κατάφερε εμένα, που είμαι φανατικός τριτοδεσμίτης και σιχαίνομαι τα μαθηματικά (και τις μπάμιες, αλλά αυτό είναι άλλο παράπονο), να παρακολουθήσω απερίσπαστος όλα τα συστατικά που συγκροτούν τον μηχανισμό μιας τράπεζας και να καταλάβω γιατί η τράπεζα ποτέ δε χάνει. Αν μάλιστα ισχύει ότι το 2008 που έσκασε η μεγάλη φούσκα με προεξάρχοντες τη Lehman Brothers και ταυτόχρονα εντελώς τυχαία μπήκαμε στο μνημόνιο ώστε οι τράπεζες να ανακεφαλαιοποιήσουν με χρηματοδότηση του κράτους, τα οποία λεφτά θα βγουν από τις πλάτες του απλού, φτωχού κοσμάκη, δε θέλω ποτέ να μάθω τι είναι φαντασία και τι πραγματικότητα (και για να μην το πάρει πρέφα ο κοσμάκης, υπάρχει και η διχόνοια που μπορούν άνετα να σπείρουν τα μέσα ενημέρωσης βρίσκοντας διαρκώς κάποιους λόγους σύγκρισης, πχ. τους υψηλόμισθους σε εποχές πείνας δημοσίους υπαλλήλους). Ο κύριος Γιαντάς, περιγράφοντας διάφορες και διαφορετικές σκηνές από αυτήν τη ροζ τσιχλόφουσκα που ζούσε ο πρωταγωνιστής του αλλά και όλες οι τράπεζες, εξηγεί με εύληπτο τρόπο τα πάντα σχεδόν: την οικονομική ασυλία των νήσων Κέυμαν, του Χονγκ Κονγκ και της Ελβετίας, το ξέπλυμα μαύρου χρήματος από λαθρεμπόριο όπλων και πώς αυτό μετατρέπεται σε δωρεές και φιλανθρωπίες μέσω αφανών και νομότυπων τραπεζικών καναλιών, τα θετικά της αφειδούς δανειοδότησης και πώς αυτή υπήρξε μια σωτήρια ιδέα για να βγαίνουν κερδισμένες μόνο και πάντα οι τράπεζες («-Όχι, όχι…δε μας τα προσφέρατε, κύριε Λέανδρε! Μας φουσκώσατε το μυαλό πως μπορούμε να τα έχουμε! Εσείς! Οι τράπεζες!», σελ. 45), πώς οι τριγμοί ξεκίνησαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες και πότε και γιατί κουνήθηκε συθέμελα επιτέλους και η Ευρώπη και πολλά άλλα. Σε κάποιο σημείο μάλιστα φάνηκε έντονα η αδιαφορία του Λέανδρου Μίρκα που έριξε την ευθύνη στον σοσιαλισμό, «…που κοινωνικοποιεί τους κινδύνους και ιδωτικοποιεί τα κέρδη» (σελ. 95).

Ίσως εδώ να έχω μια μικρή ένσταση, ακριβώς γιατί ο κύριος Γιαντάς είναι τόσο ενήμερος του θέματος που διάλεξε να καταγράψει που ένιωθα πως κατά τόπους παρασυρόταν από τα ίδια του τα γραπτά και εισέδυε πολύ βαθύτερα σε χρηματοοικονομικές θεωρίες, μακροοικονομικούς και μικροοικονομικούς όρους, ιστορία του κεφαλαίου και του πλουτισμού και πολλά άλλα. Πάντα μέσα από συζητήσεις ή case studies που εμφανίζονταν κατά την ανάγνωση, πάντα καλογραμμένα και με στρωτό τρόπο, όμως όταν τα αισθήματά μου άρχισαν να με παρασέρνουν και ήθελα να μάθω τι θα γίνει παρακάτω, κάποια εγκυκλοπαιδικά χωρία τα προσπέρναγα, διαπιστώνοντας πως δεν έχανα στιγμή από την εξέλιξη. Θα συνιστούσα όμως στον αναγνώστη να αφιερώσει τον χρόνο του ακόμη και σε αυτές τις συζητήσεις, ακριβώς γιατί δε θα βρει αλλού την ευκαιρία να κατανοήσει καλύτερα τον ρόλο μιας τράπεζας στη ζωή του. Στάθηκα ιδιαίτερα στο σημείο όπου υπήρξε διάκριση μεταξύ εμπορικών τραπεζών και τραπεζών επενδύσεων, κάτι που δε γνώριζα, μιας και για μένα οι τράπεζες έχουν έναν σκοπό: την κατάθεση χρημάτων και την επένδυσή τους!

Η «Βαβέλ» είναι ένα σκληρό, καλογραμμένο, μελετημένο και αληθινό μυθιστόρημα, που περιγράφει την άνοδο και την πτώση ενός ανθρώπου και ενός οικονομικού συστήματος. Μόνο που ο άνθρωπος, εν αντιθέσει με τις τράπεζες, δε θα βγει αλώβητος και σώος όταν έρθει η ώρα της τίσεως. Ένα υπέροχο κείμενο που καταγράφει πιστά τη σημερινή τραπεζική πραγματικότητα και ζωντανεύει ανθρώπους που ζουν διπλα μας, μόνο που δεν τους ξερουμε και τόσο καλά. Άραγε, η φράση «Έχω λεφτά! Πολλά λεφτά!» ως πότε θα βοηθάει το εφήμερο, ανθρώπινο σαρκίο;

Χαρακτηριστικό απόσπασμα :

«Άλλο μέγα ψέμα κι εκείνο, όπως τα υπόλοιπα, όπως η στοίβα με τα μεγάλα, τα άθλια ψέματα, όμοια με μια ντουζίνα λερωμένα ρούχα, όπου το μόνο που μπορούσες να κάνεις ήταν να την κοιτάς να μεγαλώνει, να λερώνεις και να πετάς, να λερώνεις και να πετάς και να μαζεύονται και να αρκείται στο να απολαμβάνεις αυτόν τον βρώμικο λόφο που έφτιαξες, αφού δεν έχεις κάτι καλύτερο να προσφέρεις» (σελ. 382)

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!