γράφει ο

Ανδρέας Αντωνίου

 

(διαβάστε και το άρθρο ‘Για μία Weltliteratur: Μία (φιλική) κριτική στον Νεοφορμαλισμό‘)

«Βλέπω όλο και πιο καθαρά» συνέχισε ο Γκαίτε «ότι η Ποίηση αποτελεί ένα κοινό αγαθό της ανθρωπότητας και ότι παντού στον κόσμο και σε κάθε εποχή κάνει την εμφάνισή της σε εκατοντάδες επί εκατοντάδων ανθρώπων. Κάποιος την υπηρετεί λίγο καλύτερα από έναν άλλον και μένει λίγο περισσότερο χρόνο στην επιφάνεια, κι αυτό είναι όλο. Για αυτό δεν πρέπει να σκέφτεται ο κύριος Μάττισον ότι αυτός είναι κι άλλος κανείς, ούτε εγώ πρέπει να σκέφτομαι  ότι εγώ είμαι κι άλλος κανείς, αλλά ο καθένας πρέπει να λέει στον εαυτό του ότι το δώρο της Ποίησης δεν είναι δα και κάτι το τόσο σπάνιο και ότι κανείς δεν έχει κάποιον ιδιαίτερο λόγο να κορδώνεται και πολύ όταν κάνει ένα καλό ποίημα. Φυσικό είναι όμως να τσαλαβουτάμε εμείς οι Γερμανοί σε αυτή τη στενόμυαλη αλαζονεία, όταν δεν βλέπουμε πέρα από τον κύκλο του στενού περιβάλλοντος μας. Για αυτό μου αρέσει να στρέφω το βλέμμα στα ξένα έθνη, και θα συμβούλευα τον καθένα να κάνει το ίδιο. Η εθνική λογοτεχνία δεν έχει πλέον μεγάλη αξία ως έννοια, έχει έρθει η ώρα της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας, και όλοι πρέπει να συνδράμουν στην επιτάχυνση της εξέλιξης αυτής. Αλλά και κατά την εκτίμηση της ξένης λογοτεχνίας δεν είναι σωστό να στεκόμαστε σε κάτι το ιδιαίτερο και να θέλουμε να το θεωρούμε υποδειγματικό. Δεν χρειάζεται να πούμε ‘το κινέζικο είναι το παν ή το σέρβικο ή ο Καλντερόν ή οι Νιμπελούγκεν’. Την ανάγκη για κάτι το υποδειγματικό μπορούμε πάντα να την ικανοποιήσουμε με τους Αρχαίους Έλληνες , στα έργα των οποίων απεικονίζεται μόνιμα ο ωραίος άνθρωπος. Όλα τα υπόλοιπα πρέπει να τα βλέπουμε ιστορικά και να οικειοποιούμαστε ό,τι το καλό υπάρχει σε αυτό».

Γιόχαν Πήτερ Έκερμαν – Συνομιλίες με τον Γκαίτε

(μτφ. Δημήτρης Δημοκίδης)

 

Όταν τέλειωσα το προηγούμενο δοκίμιο, «Για μια Weltliteratur: Μια (φιλική) Κριτική στον Νεοφορμαλισμό», ένιωσα πως κάτι έλειπε ακόμη. Η κεντρική ιδέα του κειμένου ήταν πως ο νεοφορμαλισμός εκκινεί από σωστές αρχές, κινείται στη σωστή κατεύθυνση, αλλά πλέον πρέπει να κάνει το επόμενο βήμα μπροστά και να εξελιχθεί σε ένα κίνημα που όχι απλώς θα ασκεί μια κριτική στον (μετά)μοντερνισμό, αλλά θα μπορεί να περιλαμβάνει και να αναδεικνύει στους κόλπους του ένα παγκόσμιο πνεύμα, μια παγκόσμια Λογοτεχνία: Το παρελθόν ως ιστορία της Λογοτεχνίας από τους αρχαίους μέχρι τον Ώντεν, ενσωματώνεται και εξελίσσεται δημιουργικά στο παρόν και υπό το πρίσμα του αιώνιου και του διαχρονικού εγγυάται ταυτόχρονα το όραμα για το μέλλον.

Όμως έλειπε το σημείο εκείνο στο οποίο θα μπορούσαμε να ανατρέξουμε για να ανακαλύψουμε και να αξιοποιήσουμε τα εργαλεία μιας τέτοιας Weltliteratur. Ποιος θα μπορούσε να μας δείξει, έστω και ως αφορμή, τον δρόμο που θα πρέπει να ακολουθήσουμε ώστε να αγγίξουμε στο σημείο που μας αναλογεί εκείνο το παγκόσμιο και το αιώνιο πνεύμα. Κατά την γνώμη μου, η καλύτερη πυξίδα που θα μπορούσε να οδηγήσει τον νεοφορμαλισμό και την ευρύτερη σύγχρονη ποίηση σε θεωρητικό επίπεδο είναι οι «Συνομιλίες με τον Γκαίτε» του Γιόχαν Έκερμαν.

Ο Νίτσε (όπως μας πληροφορεί το εισαγωγικό σημείωμα) είχε γράψει πως οι Συνομιλίες με τον Γκαίτε ήταν το καλύτερο βιβλίο που γράφτηκε ποτέ στα γερμανικά. Παρά το υπερβολικό της διατύπωσης, ο Νίτσε έχει δίκιο. Το βιβλίο έχει μια μοναδική αξία που δεν υπάρχει όμοιά της πουθενά, καθώς παρουσιάζει με τον πιο οξυδερκές και διαυγή τρόπο το τεράστιο πνεύμα που ήταν ο Γκαίτε. Μπορεί κανένας να θαυμάσει τον Φάουστ ή τον Βίλχελμ Μάιστερ, να συγκινηθεί με το Natur und Kunst ή το Nachtgesang, αλλά μόνο στις Συνομιλίες αντιλαμβάνεται κανείς το ύψος που είχε κατακτήσει ο Γκαίτε και την πανοραμική αντίληψη που αυτό το ύψος προσφέρει.

Στις συνομιλίες ο Γκαίτε-Ποιητής δίνει την θέση του στον Γκαίτε-Κριτικό. Στους δύο τόμους των Συνομιλίων, ο αναγνώστης θα διαβάσει μια πληθώρα κρίσεων και απόψεων σχεδόν επί του συνόλου της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τίποτα δεν ξεφεύγει από τον Γκαίτε. Την μια συζητάει με την άνεση ενός κλασικού φιλολόγου για την αρχαία τραγωδία, την επόμενη στιγμή αναλύει κριτικά τον Σίλερ και τον Μπάιρον, για να καταλήξει σε έναν εκτενή σχολιασμό των πινάκων του Ντελακρουά. Οι απόψεις του, παρότι τις περισσότερες φορές είναι αφοριστικές, βρίσκουν πάντοτε τον στόχο τους, εντοπίζουν την ουσία αλλά και προσθέτουν στην βαθύτερη κατανόηση. Ο Γκαίτε δεν έχει την φλυαρία των κριτικών, που ένα απλό ζήτημα της μιας παραγράφου θα το αναγάγουν σε θέμα διδακτορικής μελέτης. Και μαζί με τον Γκαίτε-Κριτικό εμφανίζεται και ο Γκαίτε-Αισθητικός ή ο Γκαίτε-Φιλόσοφος, καθώς πίσω από κάθε κρίση για κάποιο ειδικό ζήτημα (π.χ για την απεικόνιση του Μεφιστοφέλη στο έργο του Ντελακρουά) υπάρχει από πίσω μια ολόκληρη αισθητική στάση και μια φιλοσοφία της τέχνης για να την υποστηρίξει. Τίποτα από όσα λέει και υποστηρίζει ο Γκαίτε – ακόμη κι όταν διαφωνεί έντονα με τον νεαρό Έκερμαν – δεν είναι τυχαίο ή απλώς προσωπική άποψη. Σε κάθε τι που αναφέρεται, ο αναγνώστης κατανοεί τις αρχές και τις αξίες του έργου του Γκαίτε, τις θεωρητικές του βάσεις, το πρίσμα μέσα από το οποίο παρατηρεί την λογοτεχνία και την τέχνη.

Η κριτική δεν μένει μόνο στα λογοτεχνικά/καλλιτεχνικά, αλλά επεκτείνεται και στην πολιτική, στην ιστορία και στην κοινωνική ζωή της Βαιμάρης, καθώς ένα σωρό δούκες, βαρώνοι, κρατικοί αξιωματούχοι, ξένοι πρεσβευτές και διπλωμάτες περνούν από το σπίτι του Γκαίτε και συζητούν μαζί του εκτός από τα καλλιτεχνικά νέα, ζητήματα πολιτικής επικαιρότητας. Στις Συνομιλίες συναντά κανείς τον Γκαίτε σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του, στις πολιτικές του τοποθετήσεις, στον τρόπο που απευθύνεται στην οικογένειά του, στις κρίσεις για τα ιστορικά πρόσωπα (με εξέχουσα μορφή τον Ναπολέοντα) και αποκομίζει πως πρόκειται για ένα αδιάσπαστο και ενιαίο πνεύμα, που παραμένει αναλλοίωτο σε όλες τις εκφάνσεις του.

Γενικά το βιβλίο είναι αυτό που λέει στον τίτλο του: Συνομιλίες. Ο Έκερμαν ανασταίνει μέσα από τις σελίδες του τον Γκαίτε και συνομιλεί μαζί του και μαζί μας για τα θέματα που προβλημάτισαν τον ίδιο τον Γκαίτε, αλλά κατ’ επέκταση κάθε λογοτέχνη μέχρι σήμερα. Δεν είναι ούτε πορτραίτο, ούτε συνέντευξη. Είναι απλώς ένα νοητό ταξίδι στον χρόνο που μας επιτρέπει να συζητήσουμε με τον Γκαίτε, με ένα τρόπο που πιστεύω έχουμε απολέσει πλέον.

Τι λείπει σήμερα λοιπόν από την λογοτεχνία και πώς μπορούν οι συνομιλίες με τον Γκαίτε να αποτελέσουν ένα βασικό κείμενο-πυξίδα για μια εναλλακτική;

Α) Ευρύτητα Πνεύματος. Ο αναγνώστης αποκομίζει την εντύπωση πως ο Γκαίτε έχει τους ορίζοντές του μονίμως ανοιχτούς. Σε αντίθεση με τη σύγχρονη λογοτεχνία που έχει περιορίσει τους ορίζοντές της στους συγχρόνους της και στα ρεύματα που αναπτύχθηκαν κυρίως στον εικοστό αιώνα, ο Γκαίτε έχει μια πανοραμική άποψη για το σύνολο της λογοτεχνίας. Σίγουρα οι απόψεις που έχει για την αρχαία γραμματεία δεν συναγωνίζονται τις γνώσεις που έχει ένας κλασικός φιλόλογος-ερευνητής, όμως η ενασχόλησή του με τον Όμηρο, τους λυρικούς και τους τραγικούς, του επιτρέπει να έχει μια ευρύτερη εικόνα για την αξία και την συμβολή του αρχαιοελληνικού πνεύματος στην παγκόσμια λογοτεχνία. Δεν χρειάζεται εξειδίκευση και εμβάθυνση, αλλά την πνευματική ικανότητα να αξιολογεί και να εντάσσει επιμέρους στοιχεία σε μια ευρύτερη εικόνα. Η εμμονική εστίαση που έχει η σύγχρονη λογοτεχνία με τον εικοστό αιώνα, εξορίζοντας τα προηγούμενα έργα ως υλικό για αρχαιολόγους έχει προκαλέσει ζημιά, καθώς παρουσιάζει μια διαστρεβλωμένη εικόνα της λογοτεχνίας. Η ποίηση δεν εφευρέθηκε από τον Έλιοτ, το μυθιστόρημα δεν εφευρέθηκε από τον Χέμινγουεϊ και η θεωρία της λογοτεχνίας δεν είναι μονοπώλιο του Μπάρτ και της Κρίστεβα. Υπάρχει μια ολόκληρη πορεία της λογοτεχνίας από πίσω την οποία ο μοντερνισμός προγραμματικά αρνήθηκε και που πιστεύω πως πρέπει να αναλάβουμε εκ νέου. Αυτό, επαναλαμβάνω, δεν σημαίνει να γίνουμε ειδικοί σε όλα. Σημαίνει όμως, πως για να αποκτήσουμε μια εικόνα της λογοτεχνίας, πρέπει συνεχώς να εμπλουτίζουμε τις γνώσεις μας. Οι Έλληνες και Ρωμαίοι κλασικοί, ο Σαίξπηρ, ο Δάντης, ο Θερβάντες, ο Καλντερόν, ο Γκαίτε, τα δημοτικά τραγούδια και τα σκανδιναβικά σάγκα, οι Γάλλοι δραματουργοί όπως ο Κορνέιγ και ο Ρακίνας, κι ακόμη ο Μπωντλαίρ, ο Μαλλαρμέ, ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο Μπαλζάκ, ο Ουγκώ, και οι δικοί μας, όπως ο Παλαμάς και ο Καζαντζάκης, είναι απλώς κομμάτια ενός τεράστιου πάζλ, που ο λογοτέχνης έχει ως στόχο όχι να το λύσει ολόκληρο, αλλά προσθέτοντας κομμάτια, να αποκρυπτογραφήσει το νόημα της εικόνας.

Β) Παγκοσμιότητα: Συνέχεια του προηγούμενου, νιώθει κανείς πως η σύγχρονη ποίηση είναι περιορισμένη όχι μόνο στον χρόνο (του μοντερνου) αλλά και στον χώρο. Ο κάθε λογοτέχνης υπάρχει σε συνάρτηση με την εθνική του λογοτεχνία και ειδικότερα με την προηγούμενη γενιά που – σύμφωνα με τους κριτικούς – γεννάει την επόμενη γενιά είτε ως συνέχεια, είτε ως τομή. Αυτό βέβαια την σήμερον εποχή της παγκόσμιας σύνδεσης, των κοινωνικών δικτύων, της έκρηξης του τουρισμού, και της παγκόσμιας λαϊκής κουλτούρας, φθίνει με γοργούς ρυθμούς. Σήμερα, που οι περισσότεροι γνωρίζουν μία ή δύο ξένες γλώσσες, που οι μεταφράσεις κλασικών ξένων έργων είναι πιο διαδεδομένες από ποτέ, που είναι πιο εύκολο να επηρεαστεί κανείς από ποιητές όπως ο Πόε και ο Μπωντλαίρ, παρά από την Καρέλη ή τον Βαρβιτσιώτη, το να επιμένουμε στην εθνική λογοτεχνία ως μοναδική πηγή έμπνευσης, μοιάζει παρωχημένο. Παρά το γεγονός πως η εθνική λογοτεχνία προκρίνεται κατεξοχήν στο εκπαιδευτικό σύστημα, στην ποίηση συμβαίνει μάλλον το αντίθετο καθώς στην ελληνική λογοτεχνία, ο Σολωμός επηρεάστηκε από τον Σίλερ, ο Παλαμάς επηρεάστηκε από τους παρνασιστές, ο Καρυωτάκης από τον Βερλαίν, ο Καζαντζάκης από τον Νίτσε, ο Σεφέρης από τον Έλλιοτ και ο Ελύτης από τον Μπρετόν και τον Αραγόν. Ο Γκαίτε το έθεσε απλά: Η εθνική λογοτεχνία έχει ξεπεραστεί. Διαβάζουμε όλες τις λογοτεχνίες και οικειοποιούμαστε μόνο από τους καλύτερους.

Γ) Ύψος: Τρίτο σημείο είναι η έννοια του ύψους, μιας έννοιας αμφιλεγόμενης μεν, αλλά που αξίζει να την προσεγγίσουμε, έστω και με επιφύλαξη. Ο Γκαίτε δεν είναι απλώς ένας πολυμαθής κριτικός που τυχαίνει να έχει σκόρπιες γνώσεις. Οι συζητήσεις του δεν είναι περί ανέμων και υδάτων. Τις γνώσεις του τις έχει αφομοιώσει και έχει δημιουργήσει πάνω σε αυτές. Σε αντίθεση, λοιπόν, με αρκετές σύγχρονες περιπτώσεις, οι οποίες παραμένουν εσαεί στο στάδιο της μαθητείας, ο Γκαίτε εμφανίζεται σαν δάσκαλος. Ακόμη και στα σημεία που ο αναγνώστης θα διαφωνήσει, θα αναγνωρίσει πως όλες οι απόψεις του Γκαίτε είναι απόψεις που προέρχονται από μια επίπονη διαδικασία πνευματικής καλλιέργειας. Στις Συνομιλίες ο Γκαίτε μιλάει από ένα ύψος, διαθέτει ένα απαράμιλλο κύρος, το οποίο όμως φαίνεται ξεκάθαρα πως προέρχεται από όλα εκείνα τα στοιχεία που έχει κατακτήσει στην πολύχρονη του τριβή με την ποίηση.

Καταληκτικά, ο Γκαίτε χαρακτηρίζεται από μια λέξη που η σύγχρονη κριτική έχει παραγκωνίσει επιμελώς. Το Πνεύμα. Στις σύγχρονες κοινωνιολογικές και πολιτικές ερμηνείες της λογοτεχνίας, στις μοντέρνες και μεταμοντέρνες αναλύσεις των κειμένων, σε ολόκληρη την θεωρία της λογοτεχνίας πλέον, το πνεύμα και ο Γκαίτε πλεονάζουν. Και είναι αυτό που πρέπει να κατακτήσουμε εκ νέου. Οφείλουμε  να προτάξουμε πως ο καλός λογοτέχνης και ο καλός κριτικός χαρακτηρίζεται όχι μόνο από εύρος γνώσης αλλά και από βαθιά καλλιέργεια. Δεν φτάνει κανείς να ξέρει άπταιστα την τρέχουσα ποιητική παραγωγή για να είναι καλός λογοτέχνης. Δεν φτάνει να γνωρίζει την σύγχρονη θεωρία της λογοτεχνίας, για να είναι καλός κριτικός. Χρειάζεται να υπάρχει μια ευρύτητα πνεύματος και ένα βάθος καλλιέργειας, μια συνεχής προσπάθεια για κατάκτηση της τεχνικής και της γνώσης. Χρειάζεται να ξεπεράσουμε τα στενά όρια των επιχειρημάτων και των εκάστοτε συστημάτων, και να εκτείνουμε την ματιά μας στα όρια του φαινομένου που αποκαλούμε «λογοτεχνία».

Ο Γκαίτε μας διδάσκει ακόμη και σήμερα ένα μάθημα το οποίο έχουμε ξεχάσει. Πως η Τέχνη και Ποίηση είναι ένα Πνεύμα κοινό σε όλους τους ανθρώπους και σε όλες τις εποχές. Είναι ένα Πνεύμα που λαμβάνει διαφορετικές μορφές σε διαφορετικές γλώσσες: Κάποτε ενδύεται τον δαχτυλικό εξάμετρο και κάποτε το ιαμβικό τρίμετρο. Κάποτε είναι επικό, κάποτε λυρικό, κάποτε τραγικό και κάποτε κωμικό. Κάποτε εμφανίζεται σαν δεκαπεντασύλλαβος του δημοτικού τραγουδιού και κάποτε σαν λατινικό carmen. Άλλες φορές είναι η τερτσίνα του Δάντη, άλλες φορές το σονέτο του Σαιξπηρ, άλλες φορές είναι εκτενή διήγηση όπως του Τάσσο και του Αριόστο. Άλλες φορές γίνεται μελαγχολική πρόζα στο Παρίσι και άλλες πάλι μπαλάντα έξω από κάποια φυλακή στο Ρέντινγκ. Κι ακόμη μπορεί να μεταμορφωθεί στα σονέτα του Πούσκιν ή της Χούανα Ινες ντε λα Κρουζ, χαϊκού του Ματσούο Μπασό και ρουμπαγιάτ του Ομάρ Καγιάμ.  Είναι το ίδιο πνεύμα το οποίο εφευρίσκει πάντοτε και κάτι καινούργιο, που βρίσκει πάντοτε ακόμη έναν τρόπο έκφανσής του.

Αυτό μας προτείνει ο Γκαίτε: ένα πνεύμα που δεν εμμένει στην εθνική λογοτεχνία, ή στην εκάστοτε εποχή, αλλά περικλείει μέσα του ολόκληρη την ιστορία της λογοτεχνίας, ως μια διαχρονική παρακαταθήκη που ατενίζει τον ορίζοντα του μέλλοντος.